Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Το τραμ



Το τραμ
Παντελής Γιαννακόπουλος
    Βράδυ. Καλοκαίρι ή ίσως Φθινόπωρο. Γύρω στις 23:45 (από το στρατό μου έμεινε αυτό· αντί 11 και 45 μ.μ. ή 11 και 45 το βράδυ ή “ένα τέταρτο πριν τα μεσάνυχτα”). Ερημιά παντού. Στη στάση Κατράκη, στην ομώνυμη πλατεία της Γλυφάδας, περιμένω το τραμ. Επιστρέφω στη …βάση μου, στο τέρμα και αρχή ταυτόχρονα· στην Πλατεία Συντάγματος … Σε μια ακτίνα πεντακοσίων μέτρων, λουσμένος στο φως των προβολέων, δεσπόζει ο Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου. Η ήρεμη δύναμη! Όντως.
    Μυστηριακή φιγούρα ο μοναχικός (και μοναδικός) υποψήφιος επιβάτης στο απέναντι σταντ της αντίθετης διαδρομής. Περιμένει ακίνητος -αγκυλωμένος θαρρείς-το (…δικό του) τραμ, κλεισμένος ερμητικά στο σκοτεινό του περίγραμμα. Απολύτως ανώνυμος, όπως κι’ εγώ εξ άλλου. Τα φώτα πίσω του γεννούν σκιές, που παρεμβάλλονται ανάμεσά μας. Για έναν εξωγήινο θα φάνταζαν απροσπέλαστα συρματοπλέγματα, αφού δεν πλησιάζουμε ο ένας τον άλλο. Νιώθουμε μόνοι, παγερά αδιάφοροι και …επικίνδυνα ξένοι. Άνθρωποι σου λέει. Τι κρίμα!
    Το τραμ (το…δικό μου) καταφθάνει ουρλιάζοντας σαν υστερική μαινάδα, για να κάνει θρύψαλα τις … εύθραυστες σκέψεις μου και να με απαλλάξει από την προσωρινή μου χαύνωση. Τα επόμενα λεπτά σέρνει την ύπαρξή μου βογκώντας, πιστέψτε το. Μόνο ο κατάντικρυ ταξιδευτής εξακολουθεί να παραμένει ακίνητος. Ή μήπως βιώνω την παραίσθηση των φωτοσκιάσεων;
    «Επόμενη στάση, next station, Παλαιό Δημαρχείο». Ένα τσούρμο θήλεα περιστεράκια εισβάλει στο βαγόνι που με φιλοξενεί. Ανάμεσά τους και μερικές περιστερές. Γουργουρίσματα, τιτιβίσματα, ψιλές νότες, πειράγματα και χαρακτηρισμοί …δάνειοι από τις αρένες των αρσενικών. Συνοφρυώνομαι δήθεν και …υποτονθoρύζω (κι αυτό από τα παλιά) με προσποιητή αυστηρότητα για τη… λογοπλάθουσα δραστηριότητα των …λεξιλάγνων κορασίδων. Μια από δαύτες ψηλή, λεπτή, άνετη αντιλαμβάνεται την παρουσία μου. Με πλησιάζει με προκλητική αδιαφορία και σκάει στα γέλια. Ύστερα καρφώνει το βλέμμα της στην κόγχη πάνω από τον ώμο μου και παρατηρεί ειρωνικά:
«Υποψιάζομαι ότι κάτω από το στυφό προσωπείο σου μάλλον μειδιάς. Έλα, πες αυτό που θέλεις: “συνεχίστε, μωρά μου, συνεχίστε στο ίδιο μοτίβο· μην παρεκκλίνετε -προς Θεού- μη λοξοδρομείτε”…». Απομακρύνεται χορευτικά…
    Οι στάσεις διαδέχονται η μία την άλλη και στην παραλιακή που το τραμ αναπτύσσει κάποια ταχύτητα, κάτι απροσδιόριστο παραπέμπει στον “καουμπόη του μεσονυχτίου”. Οι μικρές σειρήνες ξεσαλώνουν. Ξεπερνούν τα όρια των …προσδοκιών μου κι εγώ αλλάζω στο ταλαιπωρημένο μου πρόσωπο, του κόσμου τις αποκρουστικές μάσκες… Η ψηλόλιγνη κοπελιά τις ερμηνεύει, ωστόσο, θετικά. Με πλησιάζει. Κάθεται ελαφρώς διστακτικά πλάϊ μου. Η φωνή της ακούγεται περιπαιχτική, υποκριτικά αισθησιακή:
    «Μα πώς τα καταφέρνετε;». Τα μάτια της λαμπυρίζουν εωσφορικά: «…μιλάτε χωρίς να ακούγεσθε, χωρίς ν’ ανοίγετε τα χείλη σας». Προς στιγμή λυγίζω, λησμονώ το χρόνο και χάνομαι μέσα του:
    «Συνήθως απαντώ στις ερωτήσεις στην Πλατεία Συντάγματος…» κάνω πνεύμα «…στο μικρό cafe ανατολικά της εισόδου του μετρό…», κοιτώ το ρολόι μου “…σε επτά ακριβώς λεπτά από τώρα· τότε που προσφέρεται το μοναδικό espresso του καταστήματος στην εκλεκτή διανυκτερεύουσα πελατεία του».
    «Είμαι μέσα» γουργουρίζει χαρούμενα…
    Το τραμ καβατζάρει την Αμαλίας. Το τέρμα! Όχι το δικό μου, ελπίζω.
    «Ο φίλος σου κερνάει και τοστ;» ρωτάει με αφέλεια κι εγώ δακρύζω για τη χαμένη μου νιότη.
    «Όχι» της απαντώ, «δεν είναι φίλος μου και δεν κερνάει τοστ, ούτε καφέ. Έτσι το’πα. Εγώ κερνώ».  
    Χαμογελάει συγκαταβατικά. «Κάτι σκαρώνεις παππού, έτσι;». Κουνάει το δαχτυλάκι της σαν να με μαλώνει και με καρφώνει πονηρά με το διαμάντι των ματιών της. Καταρρέω ηθικά. Είναι τόσο νέα και τόσο όμορφη…
…………………………………………………………………………………………
    Βολευόμαστε στα ανατομικά καθίσματα του καταστήματος και παραγγέλουμε: «εσπρέσσο και τοστ γαλοπούλας· νερό παγωμένο» εκείνη, «εσπρέσσο· νερό βρύσης για μένα» συμπληρώνω.
    Χαζεύω τα φίνα δάχτυλά της: «Θα’ρθεις μαζί μου στη Θεσσαλονίκη; Ταξιδεύω σε δυο ώρες με το τρένο».
    Ξαφνιάζεται: «Α, ναι;». Μασουλάει ανόρεχτα: «Όχι, δε θα’ρθω…».
    Ηρεμώ. «…μπορείς όμως να ’ρθεις εσύ, να φρεσκαρισθείς για λίγο στη γκαρσονιέρα μου. Μένω κοντά στο Σταθμό· θέλεις;». Ρουφάει διακριτικά το εσπρέσσο της.
    Λυπάμαι…”. Είναι η σειρά μου ν’ αρνηθώ. Χαλαρώνει…
…………………………………………………………………………………………
    «Το…“express του …μεσονυχτίου” αναχωρεί σε 5΄ από την πρώτη γραμμή», πληροφορεί το βραχνό μεγάφωνο. Ώρα 03:00. Η νύχτα δεν είναι ιδιαίτερα ζεστή για να εξηγήσω τη δυσφορία που γεμίζει τους πόρους μου, ούτε έχω κάποιο πρόβλημα με την καρδιά μου.
    «Αν ξανάρθεις τηλεφώνησέ μου, παππού· μ’ αρέσει να σ’ακούω να μιλάς χωρίς να ανοίγεις τα χείλη σου…αλήθεια, ποια η θέση μου στο χώρο σου;».
    Τη θωρώ προσεχτικά. Περιμένει αγωνιωδώς -γιατί άραγε;- την απάντηση. «Είσαι εδώ…». Κτυπώ με τον αντίχειρα τον κρόταφό μου, «…λαθρεπιβάτης που δοκιμάζει τη συνείδησή μου».
    «Έχεις σύζυγο, παιδιά;».
    «Ναι και βρίσκονται κι αυτά εδώ μέσα διαρκώς», ξαναχτυπώ τον κρόταφό μου.
    «Νόμιμοι επιβάτες, έτσι;». δοκίμασε το χιούμορ της.
   «Φυσικά».
…………………………………………………………………………………………..
    Το τρένο απελευθερωμένο από την πέδη χυμά ακάθεκτο εμπρός. Οι ράγες παίρνουν φωτιά.
     «Παππού!». Η κραυγή της απόκοσμη σκεπάζει το θόρυβο του τρένου: «...θα με ήθελες μέλος της οικογένειάς σου;».
    «Ασφαλώς!»…Τα πιστόνια εξωθούν όλο και ταχύτερα το “τώρα” στη “λησμονιά”. Μια αδιόρατη θλίψη σε πλαίσιο οβάλ-σαν τερατάκι από τη σειρά Alien- αποκολλάται από το φωτεινό της πρόσωπο, σαλτάρει αστραπιαία στο ανοικτό παράθυρο του κουπέ, θρονιάζεται στο έκθετο δικό μου και το ανασχεδιάζει ελαφρώς, προσθέτοντας σε συνεργασία με τον διερχόμενο χρόνο ένα επί πλέον…διάσημο προβληματισμού, μοναδικό ευτυχώς-όπως και τα άλλα- για την περίπτωση.               

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου