Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

«Οι Χαλασοχώρηδες» (Κεφάλαιο Α΄)



«Οι Χαλασοχώρηδες» (Κεφάλαιο Α΄)
Λόγω μεγέθους, θα αναρτηθεί σε 12 συνέχειες, όσα και τα κεφάλαιά του.
Το έστειλε ο Κώστας Μίντζολης
Εισαγωγή
    Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολις, από τις 12 έως τις 22 Αυγούστου του 1892. Εκτυλίσσεται σ' ένα νησί (προφανώς τη Σκιάθο), κατά την τελευταία εβδομάδα της προεκλογικής περιόδου και ανήμερα των εκλογών.
    Το διήγημα του Παπαδιαμάντη γράφτηκε υπό την επήρεια των εκλογών της 3ης Μαΐου 1892, που έφεραν στην εξουσία τον Χαρίλαο Τρικούπη. Ένα χρόνο αργότερα, η Ελλάδα πτώχευσε. Ο «κοσμοκαλόγερος» των ελληνικών γραμμάτων σατιρίζει τα πολιτικά και εκλογικά ήθη της εποχής του και προβάλλει τις παθογένειες του ελληνικού κράτους.
    Με το διήγημα αυτό, ο Παπαδιαμάντης αφήνει την καθαρά ηθογραφική περίοδο της πεζογραφίας του κι εγκαινιάζει τη μοραλιστική και σατιρική, χτυπώντας και ελέγχοντας τα τρωτά της εποχής του σαν κοινωνικός ανατόμος και παρατηρητής.
    Οι Χαλασοχώρηδες έκαναν μεγάλη αίσθηση στους πνευματικούς κύκλους της εποχής του Παπαδιαμάντη. Στο εισαγωγικό σημείωμά του, ο εκδότης της Ακροπόλεως, Βλάσης Γαβριηλίδης, ανέφερε:
    …Θα καταλάβουν πρωτίστην θέσιν εν τη διανοητική παραγωγή του συγγραφέως, δια την ψυχολογικήν επιβολήν και την ηθολογικήν έννοιάν των… Τύποι και ήθη και ιδέαι αποτυπούνται πιστότατα…Αλλά δεν έχουν μόνον σημασίαν υψίστην οι Χαλασοχώρηδες. Και υπό ηθική έποψιν θα επιβληθούν εις τους αναγνώστας. Ο κ. Παπαδιαμάντης δεν είναι απλούς διηγηματογράφος, είναι πνευματικός και ηθικός εργάτης, αγωνιστής της προόδου, της ημερώσεως, της δικαιοσύνης…
    Ο δημοσιογράφος και πεζογράφος Μιχαήλ Μητσάκης (1868-1916) σε γράμμα του προς τον Παπαδιαμάντη τονίζει την αξία και τη σημασία του έργου για τη νεοελληνική πεζογραφία, γιατί ανοίγει «νέους ορίζοντες εις την μελέτην και την καλλιτεχνικήν αναπάραστασιν της πραγματικότητας».
Κεφάλαιο Α’
    Αφού περιήλθον όλα τα μαγαζία της παραθαλασσίου αγοράς, όπου έπιον όχι ολίγον εις υγείαν και των δύο αντιπάλων μερίδων, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφως κατήντησαν και εις το μικρόν καπηλείον του Δημήτρη του Τσιτσάνη, όπου εισελθόντες απήτουν από τον οινοπώλην να τους κεράσει. Αλλ’ ο κάπηλος ίστατο συλλογισμένος και ηρνείτο επιμόνως να κεράση, λέγων ότι κατά το έτος τούτο δεν είχε σκοπόν «να το κάμει φόρα» προς χάριν κανενός, διότι άλλοτε, όπου είχε φανεί φιλότιμος με το παραπάνω, την είχε πάθει στα γερά. Διότι ο Λάμπρος ο Βατούλας και ο Μανόλης ο Πολύχρονος, αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, του έταξαν «φούρνους με καρβέλια», δώσαντες αυτώ ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά απέναντι, καθώς του είπαν, και παρακινήσαντες αυτόν να εξοδεύση κι απ’ τη σακκούλα του όσα θέλει άφοβα, διότι θα πληρωθεί μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν, όν ήθελε παρουσιάσει. Τότε αυτός πιστεύσας «εξανοίχθηκε» κι εξώδεψε ιδικά του λεπτά, παραπάνω από ένα εκατοστάρικο· αλλά μετά τας εκλογάς, ο Λάμπρος ο Βατούλας (τον οποίον αυτός ηρέσκετο να ονομάζει σήμερον «ο Λάμπρος ο Φαταούλας») έκαμε πως δεν τον εγνώριζε και του εγύριζε τις πλάτες. Πού επερίσσευε τραμπούκος απ’ αυτούς που έχουν δόντια, κατάλαβες, για να φάνε κι οι άλλοι, οι παραμικροί; Ο Λάμπρος ο Βατούλας κι ο Μανόλης ο Πολύχρονος κι άλλοι μερικοί πέφτουν με τα μούτρα στη λαδιά, στο μούχτι… κι ηξεύρουν πώς να κυνηγούν το πλιάτσικο. Έχουν βλέπεις αυτοί, οι διάβολοι, τον τρόπον να τα κάμουν πλακάκια. Αν ερωτάς κι από κοντραπούντους κι από μπουλούκια… κανείς δεν μπορεί να βγάλει πλώρη μαζί τους. Είναι εις όλα πρώτο νούμερο. Αλλ’ όταν μίαν φοράν καή η γούνα ενός ταβερνιάρη, ενός καφετζή ή ενός μικρομπακάλη (δεν σου λέγω, είναι άλλοι που καίονται στα πολιτικά κι έχουν κρεμασμένο δια τας εκλογάς το ζουνάρι τους… κι είναι πάλιν άλλοι που ξέρουν με τρόπο και τα καταφέρνουν, παίρνοντας λεπτά κι από τα δύο κόμματα, μαυρίζοντες πότε το έν, πότε το άλλο κι εβγαίνοντες πάντοτε λάδι), τότε πολύ βλαξ θα είναι, αν τους επιτρέψη να τον κοροϊδέψουν και δευτέραν φοράν.
    Τοιαύτας θεωρίας εξέφερεν ο Δημήτρης ο Τσιτσάνης, αρνούμενος να κεράση τους δύο φίλους, οίτινες ευθυμότατοι είχον εισέλθει εις το καπηλείον του. Αλλά δεν ήσαν και διψασμένοι. Ήτο εσπέρα ήδη και από της δείλης είχον περιέλθει το ήμισυ της πολίχνης, παντού κερνώμενοι και πίνοντες. Ο Κωνσταντής ο Καλόβολος ήρχισε να παραδίδη μάθημα εκλογικής ορθοφροσύνης εις τον κάπηλον, λέγων ότι αυτός οπού τού θέλει το καλόν του λυπείται να τον βλέπη να πηγαίνη πάντοτε ωσάν τον κάβουρα, και τούτο ένεκα αδικαιολογήτου παραξενιάς. Το να μη θέλη «να το κάμει φόρα» νομίζει ότι είναι δι’ αυτόν το συμφερώτερον;
    Κάθε άλλο, εξ εναντίας, με τούτο εμπνέει δυσπιστίαν και εις τα δύο κόμματα, και ένεκα τούτου δεν αποφασίζουν να δώσουν χρήματα εις ένα άνθρωπον κρυψίνουν, «στριμμένον», όστις θέλει να κάμη τον ανεξάρτητον, χωρίς να ξεύρη καλά καλά τι πράγμα είναι ανεξαρτησία. Ενώ, αν αποφασίση να κηρυχθεί θερμός ή και χλιαρός υπέρ του ενός κόμματος, τότε, ενώ του κόμματος τούτου θα εφελκύση ασφαλώς την εμπιστοσύνην, δεν είναι παράξενον να προκαλέση κολακείας και φιλοφρονήσεις και από το άλλο κόμμα, οι άνθρωποι του οποίου θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπον να τον κάμουν να τα γυρίση, ή θα πασχίσουν τουλάχιστον να τον μετριάσωσιν. Εάν θέλη μάλιστα να πάρη λεπτά και από τα δύο κόμματα, ο ασφαλέστερος τρόπος είναι να κηρυχθή φανερά υπέρ του ενός. Δεν παίρνει παράδειγμα απ’ αυτόν κι από τον φίλον του, τον Γιάννην της Κ’σάφους; Ενώ άλλοι φανατίζονται και «χαλνούν την ζαχαρένια τους» και χολοσκάνουν, αυτοί οι δύο «ζευγαράκι ταιριαστό», παράδειγμα υγιούς εκλογικής φιλοσοφίας εις όλον το χωρίον, ανήκοντες εις δύο αντίπαλα και μέχρι καταστροφής πολεμούντα άλληλα κόμματα, περνούν με γέλια και με χαρές, τρώγοντες, πίνοντες, ευωχούμενοι εις υγείαν όλων των υποψηφίων, ευλόγως θέτοντες την φιλίαν των υπεράνω κομμάτων. Και με τοιούτον τρόπον «το έχουν δίπορτο». Με όποιον κόμμα νικήσει θα είναι φίλοι και οι δύο, αφού θα είναι ο είς. «Όποιος γάιδαρος, κι αυτοί σαμάρι».
    Τοιαύτα πρακτικής ηθικής διδάγματα έδιδεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος εις τον Δημήτρην τον Τσιτσάνην. Είναι αληθές ότι τα πλείστα είχεν ακούσει την προτεραίαν παρά δικολάβου τινός, όστις τα ανέπτυσσε προς τους φίλους του. Ο κάπηλος τον ήκουε σείων την κεφαλήν, λέγων ότι αυτά τα ήξευρε πρωτύτερα απ’ εκείνον. Αλλ’ είναι μεγάλη διαφορά να είναι τις αγωγιάτης απλώς ή ξωμερίτης, όπως αυτοί οι δύο, από του να έχει μαγαζί. Διότι πρέπει να τηρή τις και κάποιαν αξιοπρέπειαν, «να φυλάγη την θέσιν του», αν θέλη να μην ξεπέση «στην παρακατινή σκάλα». Οι δύο φίλοι τον ήκουον μειδιώντες, ουδόλως προσβαλλόμενοι, διότι τους υπεβίβαζε. Μόνον ο Γιάννης της Κ’σάφους τελευταίον είπεν ότι «δεν του γεμίζει το μάτι κι αυτός και το μαγαζί του».   Ο κάπηλος επειράχθη τότε και ήρχισε να τους ονειδίζη σκληρώς, αλλ’ ο Κωνσταντής ο Καλόβολος με ατάραχον μειδίαμα ,του είπεν, ότι «αν θέλη να έχη μαγαζί, πρέπει να έχη και κοιλιά σαν το μαγαζί του, μεγαλύτερη μάλιστα απ’ το μαγαζί του».
    Ενταύθα ήτο η λογομαχία, και ο κάπηλος είχεν ανάψει την λάμπαν, διότι είχε νυκτώσει ήδη, όταν εισήλθε κομματική ομάς οδηγουμένη από τον Λάμπρον τον Βατούλαν, εκείνον ον ο Τσιτσάνης ωνόμαζε Φαταούλαν. Ήτο ανήρ μεγαλόσωμος, ωραίος, μετ’ επιτηδεύσεως ενδεδυμένος, φιλοφρονέστατος και μελιχρός τους τρόπους.
    Άμα εισελθών, διέταξεν έξ μαστίχες δια τους μεθ’ εαυτού, είτα, ελθών όπισθεν του λογιστηρίου, έκυψεν εις το ούς του καπήλου και ήρχισε να του κρυφομιλή και να τον κατηχή. Μετ’ ολίγα λεπτά της ώρας, αφού του είπε πολλά και ο οινοπώλης του απήντα μόνον διά κατανεύσεων της κεφαλής, επέστρεψε πάλιν προς την τράπεζαν, περί ήν είχε στρωθή η παρέα του, και διέταξεν εκ νέου μαστίχες.
    Επλήρωσεν εν κρότω δεκαρών τα ποτά, είτα απευθύνας τον λόγον προς τον Κωνσταντήν τον Καλόβολον, όστις ίστατο παράμερα με τον φίλον του, τον Γιάννην της Κ’σάφους·
-Έ! Τι έχουμε, Κώστα;…Πώς πάει το κόμμα σας; είπε.
-Ποιο κόμμα μας, κυρ-Λάμπρο; απήντησεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος· το κόμμα μας είναι το κόμμα σας.
-Τι; είμαστε από ένα κόμμα;
-Δεν το ξέρετε;
-Τότε, πώς δεν ξεχωρίζετε από τον Γιάννη τον φίλον σου;
-Η φιλία φιλία και το κόμμα κόμμα.
-Ας είναι, τέλος πάντων, ο Θεός κι η ψυχή σας. Πίνετε από μια μαστίχα;
-Απόνα κρασί… αν μας κεράσετε.
    Και ο Λάμπρος ο Βατούλας διέταξε δύο κρασιά. Εν τω μεταξύ εισήλθεν εις το καπηλείον και άλλη ομάς εκ του αντιθέτου κόμματος.
-Εβίβα! Καλή επιτυχία.
    Οι δύο φίλοι συνέκρουσαν τα ποτήρια και έπιον.
    Η νεωστί εισελθούσα ομάς διέταξε και αυτή ποτά. Επί κεφαλής της ομάδος ήτο ο Μανόλης ο Πολύχρονος, μεσήλιξ, μελαχροινός, εύθυμος, αστείος.
-Α! εδώ είσθε σεις, που βυζαίνετε δύο μαννάδες;
-Το καλό αρνί, κυρ-Μανόλη, απήντησεν ο Γιάννης της Κ’σάφους, τρώει από δυο προβατίνες.
    Ο Μανόλης διέταξε τον κάπηλον να τους κεράσει και τότε έπιον εις υγείαν του κόμματος, το οποίον εξεπροσώπει ο Μανόλης.
    Με τοιαύτην τακτικήν εκαλοπερνούσαν εις τας εκλογάς οι δύο αγαπημένοι φίλοι. Είχον δε πίει την ημέραν εκείνην όχι ολίγα εις βάρος αμφοτέρων των κομμάτων. Ο Μανόλης ο Πολύχρονος εγερθείς, μετέβη όπισθεν του λογιστηρίου, όπως είχε κάμει προ μικρού ο Λάμπρος ο Βατούλας, και ήρχισε να ομιλή εις το ούς του καπήλου.
    Το λογιστήριον εκείνο, φαίνεται, ωμοίαζε κάπως μ’ εξομολογητήριον φραγκοκκλησιάς, όπου, μία- μία εισερχόμεναι, ελαφρύνουσι την συνείδησίν των αι κομψοπρεπείς μετανοούσαι. Αφού δε του είπεν ό,τι είχε να του είπη ταπεινη τη φωνή, ενώ ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν έπαυσε να τους κοιτάζει με τον κανθόν του οφθαλμού, επιστρέψας εις την θέσιν του ο Μανόλης ηθέλησε να κουρδίση ολίγον τους δύο φίλους.
-Όλα καλά, τους είπε, μα εσείς οι δύο το καταλαβαίνετε, που μας κοροϊδεύετε όλους, ή όχι;
-Αλήθεια! επεβεβαίωσεν από της πέραν τραπέζης και ο ηγέτης της άλλης ομάδος, ο Λάμπρος ο Βατούλας, όστις ηγάπα πάντοτε να είναι φιλόφρων προς τους αντιπάλους· αλήθεια, μας κοροϊδεύετε.
    Οι δύο φίλοι, μόλις κρατούμενοι εις τους πόδας των, ήρχισαν να διαμαρτύρονται θορυβωδώς·
-Όχι! μα το φως μου, κυρ-Μανόλη…
-Μα την αγάπη μας, κυρ-Λάμπρο…
-Έτσι να έχω καλά γεράματα.
-Να χαρώ το στέφανό μου, κουμπάρε.
    Και λέγοντες εστράφησαν ο είς προς την τράπεζαν, περί ήν ήτο συγκεντρωμένη η ομάς του Λάμπρου, ο έτερος προς την άλλην τράπεζαν, περί ήν εκάθηντο οι σύντροφοι του Μανόλη, στρέφοντες προς αλλήλους τα νώτα, χειρονομούντες υπερμέτρως ως αδέξιοι υποκριταί, ανοίγοντες τας αγκάλας προς περίπτυξιν των δύο αρχηγών των κομματικών ομάδων.
-Αν θέλετε να σας πιστέψουμε ότι δεν μας κοροϊδεύετε, είπεν ο Μανόλης ο Πολύχρονος, πρέπει ή ν’ αποκόψετε ο ένας από τον άλλον αυτές τις ημέρες που θα είναι οι εκλογές ή…
-Αυτό θα είναι σκληρά καταδίκη δι’ αυτούς, είπε γελών ο Λάμπρος ο Βατούλας.
-Ή τουλάχιστον, εξηκολούθησεν ο Μανόλης ο Πολύχρονος, να μας δώσετε τώρα αμέσως απόδειξιν ότι ενδιαφέρεσθε ειλικρινώς και ολοψύχως ο ένας σας υπέρ του ενός κόμματος, ο άλλος υπέρ του άλλου.
-Παίρνω όρκο, είπε υψών την χείρα ο Γιάννης της Κ’σάφους.
-Κι εγώ παίρνω όρκο, είπε και ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.
-Οι όρκοι είναι σήμερα το φθηνότερο πράμα, είπε σαρκαστικώς ο Μανόλης ο Πολύχρονος.
-Σου δίνω το λόγο μου, κουμπάρε, είπε ο Γιάννης της Κ’σάφους.
-Τι να τον κάμω το λόγο σου, κουμπάρε; είπεν ο Μανόλης· καλλίτερα είχα να μου έδινες τα παλιά τα τσαρούχια σου.
    Ο Γιάννης της Κ’σάφους κύψας έλυσεν από των ποδών τα πέδιλα και ορθωθείς σοβαρώς τα προσέφερεν εις τον Μανόλην.
-Πάρ’ τα, κουμπάρε!
    Τα απέθηκεν επί της τραπέζης και είτα, γυμνόπους, εστράφη προς την θύραν να εξέλθη.
    Όλοι εγέλασαν προς το σκηνικόν τούτο του κραιπαλώντος, αλλ’ ο Μανόλης τον ανεκάλεσεν:
-Έλα δω, κουμπάρε!
    Ο Γιάννης της Κ’σάφους επιστρέψας εστάθη ενώπιον του Μανόλη.
-Εις τους ορισμούς σου, κουμπάρε.
-Θέλω, είπε, να μας δώσετε απόδειξιν αναμφισβήτητον της πίστεώς σας εις τα δύο κόμματα.
-Τι απόδειξιν;
-Ιδού, είπεν ο Μανόλης, απευθυνόμενος μάλλον προς τον Λάμπρον τον Βατούλαν· δεν είναι αληθές πως ό,τι επιθυμεί κανείς εκείνο και πιστεύει;
-Δηλαδή; είπεν ο Λάμπρος ο Βατούλας.
-Δηλαδή, δεν βλέπομεν πολλάκις δύο ανθρώπους να στοιχηματίζουν μεγάλα ή μικρά ποσά, δι’ εν πράγμα, του οποίου άδηλος είναι η έκβασις, πιστεύοντες και ο εις και ο άλλος ότι θα γίνη εκείνο το οποίον επιθυμούν;
-Καθώς λόγου χάριν εις τας εκλογάς, σαν καλή ώρα, είπεν ο Λάμπρος ο Βατούλας, όπου βάζουν στοίχημα ότι θα βγει εκείνος τον οποίον θέλει ο καθένας.
-Ίσα- ίσα! είπεν ο Μανόλης. Λοιπόν, δεν είναι καλό να βάλουν οι δυο τους τώρα μπροστά μας ένα στοίχημα;
-Σαν τι στοίχημα;
-Να στοιχηματίσετε, συ, κουμπάρε Γιάννη, ότι θα κερδίση το δικό μας το κόμμα και συ, Κωνσταντή, ότι θα κερδίση το άλλο κόμμα.
-Εγώ βάζω το γάιδαρό μου! ανέκραξεν ο Γιάννης της Κ’σάφους.
-Κι εγώ το βόδι μου! εφώνησεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.
-Ο γάιδαρός σου ας έχη ζωή, κουμπάρε Γιάννη, και το βόδι σου σού χρειάζεται δια να ζήσης, Κωνσταντή Καλόβολε. Μόνον αρκεί να βάλετε κάτι τι που να τρώγεται, που να μασιέται εύκολα, για να ξεφαντώση όλο το ασκέρι, που καλώς ανταμωθήκαμε εδώ, καλή μας ώρα, όταν θα γίνουμε φίλοι μετά τας εκλογάς. Εσύ, κουμπάρε Γιάννη, δεν έχεις, θαρρώ, δύο προβατίνες κι ένα κριάρι;
-Τα θυσιάζω! ανέκραξεν ο Γιάννης της Κ’σάφους. Για το χατήρι σου, κουμπάρε, κουρμπάνι γίνομαι.
-Κι εγώ, για την αγάπην σου, κυρ-Λάμπρο! εφώνησεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.
-Δεν είναι ανάγκη να θυσιάσης τις προβατίνες, κουμπάρε Γιάννη, το κριάρι μας αρκεί.
-Βάζω το κριάρι, είπεν ο Γιάννης.
-Κι εγώ βάζω τέσσαρα ζευγάρια κότες που έχω, είπεν ο Κωνσταντής.
-Λοιπόν, σύμφωνοι· αν κερδίσωμεν και τους δύο βουλευτάς ημείς, εσύ, Καλόβολε, θα βάλης τα τέσσαρα ζευγάρια κότες, κι αν κερδίσουν οι άλλοι, εσύ, κουμπάρε Γιάννη, θα θυσιάσης την προβατίνα. Εάν όμως βγάλουμε από έναν βουλευτήν τα δύο κόμματα, τότε έχεις κέρδος εσύ, κουμπάρε, την προβατίνα σου, γλυτώνεις και εσύ, Κωνσταντή, τις κότες σου.
-Σύμφωνοι!
    Έδωκαν τας χείρας και απεχωρίσθησαν.

Γλωσσάρι
    Συνήθως, το γλωσσάρι μπαίνει στο τέλος, όμως εδώ θα μπαί στην αρχή, επειδή το διήγημα θα αναρτηθεί σε 12 ημέρες, ένα κεφάλαιο καθημερινά.
Αιμασιά=φράχτης, ξερολιθιά
Αμανάτι=ενεχυριασμένο πράμα
Αμέτ-Μουαμέτ=Με κάθε θυσία
Αμφιδεξιώτερον=επιδεξιώτερα
Ανακατωτά=χωρίς σειρά, εδώ κι εκεί
Απασπάλωτη=ανοικοκύρευτη
Απρόντο=έτοιμος
Αρικοκιά=είδος, δέντρου, Ρικιά
Αριστερά τη χειρί=, κρυφά, εμπιστευτικά, μοναχικά
Αρτύω= στολίζω, καρυκεύω
Ατερπής=κρύος, άσχημος
Βαμβακόσπορος= (μεταφορικά) δωροδοκία, μασούρι με νομίσματα που μοιάζει με φυσέκι βαμβακόσπορου.
Βαναυσουργής=χοντροφτιαγμένος
Γαλιός=γαλέος
Γιούλος= είδος ψαριού
Γούμενα= το χοντρό καραβίσιο σχοινί, που δένουν τα καίκια και τις βάρκες στους μώλους.
Διψασμένος=αμέθυστος, άπιοτος
Δυσαπάλλακτος= δυσκολοξεδιάλυτος
Εναμίλλως ρέγχοντες= συναγωνίζονταν στο ροχάλισμα
Επενδύτης=το παλτό
Εύρος=σορόκος
Έχω κρεμασμένο το ζωνάρι δια τας εκλογάς=είμαι έτοιμος για τον εκλογικό αγώνα.
Καραούλι=φρουρά, βάρδια
Κοπροδήμηδες=τα καθάρματα
Κουκουλόσπορος= αμοιβή, δωροδοκία ψηφοφόρου, βλ. βαμβακόσπορος
Κουμερκιάρης=τελώνης
Κουρδίζω=πειράζω
Κουριόζος=περίεργος, δύσκολος, παράξενος, πεισματάρης
Κούτσα-Κούτσα=σιγά-σιγά
Κουτσαβακισμός=ψευτοπαλληκαρισμός
Κρικέλλα=χαλκάς της πόρτας
Κρυφό= η μυστική ιδιαίτερη κατήχηση και δωροδοκία του ψηφοφόρου
Κυάμων απέχεσθε=μακριά απ’ τις εκλογές (και την πολιτική)
Λαδιά=το ψητό
Λιλιά=τα παράσημα
Λουφές=μισθός, αποζημίωση
Μεριδιάνα=ηλιακό ρολόι
Μερωμένο=αγαπημένο
Μολυβήθρα=το βαρίδι του διχτυοού
Μούδα= σχοινιά που κατεβάζουν τα πανιά
Μούχτι=χορτασμός
Μπέρκα=πέρκα (ψάρι)
Ξεσυνερίζομαι= δίνω σημασία, πειράζομαι
Ξωμερίτης=αγρότης
Οψία δείλη=αργά το δειλινό
Πεκούνια=χρήματα
Πράγκα=ψαράδικο σύνεργο για χταπόδια
Ρουβάδα=βλακεία, αφέλεια
Σηπογιάλι=αλιευτικό σύνεργο για ψάρεμα σουπιών και χταποδιών
Σιχνάτσα=χαρτονόμισμα ξεπεσμένο, μτφ τιποτένιος άσημος
Σκάλα=κοινωνική τάξη
Σκαπουλάρω=γλυτώνω, ξεφεύγω τον κίνδυνο
Σκίμπους=σκαμνί
Σκότα=σκοινί που με το τράβηγμά του τεντώνουν τα πανιά του πλοίου
Σμιγός=μικτός
Σοιλής=ευγενικής καταγωγής, από σόι
Σουρτούκα=είδος σακακιού
Τράχωμα=μέτρημα, πανωπροίκι
Τσομπανοφλοέρα=ο βλάχος (περιφρονητικά)
Χάρος=είδος Ψαριού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου