Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Επιχείρηση Οδησσός. Το μέγα λάθος του Βενιζέλου, που οδήγησε στην καταστροφή…



Επιχείρηση Οδησσός. Το μέγα λάθος του Βενιζέλου, που οδήγησε στην καταστροφή…
    Τον Οκτώβριο του 1917 η κατάσταση που διαμορφώθηκε έδωσε την ευκαιρία στη Γερμανία να αποδεσμεύσει από το Ανατολικό Μέτωπο σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις της, τις οποίες μετέφερε στο Δυτικό Μέτωπο. Αυτό συνέβη διότι μεταξύ των όρων της συνθήκης Μπρεστ-Λιτόφσκ (Μάρτιος 1918) την οποία επέβαλε η Γερμανία στη Ρωσία ήταν, η ίδρυση της Ουκρανίας, η παραχώρηση μέρους της Αρμενίας (περιοχές Αρνταχάν, Καρς και Μπατούμ) στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς και η ανεξαρτησία της Γεωργίας.
    Με τη συνθήκη αυτή η Γερμανία πέτυχε να σπάσει κυριολεκτικά τον αποκλεισμό των Συμμάχων και να εκμεταλλεύεται πλήρως τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, της άλλοτε τσαρικής Ρωσίας μέχρι τη γραμμή Νάρβα—Κουρσκ—κοιλάδα Ντόνετσκ—Αζοφική, που αποτελούσε και τείχος κατά του Μπολσεβικισμού.
    Οι Αγγλο-γάλλοι με την εξέλιξη αυτή, επιθυμώντας την διάλυση των Μπολσεβίκων, προκειμένου η Ρωσία να επανέλθει στη συμμαχία και να ανασυσταθεί το Ανατολικό Μέτωπο, για να αποκλειστεί η Γερμανία, άρχισαν να εφοδιάζουν με όπλα και πυρομαχικά τις μεγαλύτερες αντιμπολσεβικικές δυνάμεις.
    Στις αρχές του 1919 η Γαλλία και η Ιταλία εξακολουθούν να βοηθούν τους Λευκούς, στον εμφύλιο που μαίνεται στη Ρωσία, με εφόδια και εξοπλισμό. Οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Αγγλίας, προσπαθούν να βρουν συμβιβαστική λύση. 
    Στην περιοχή της Ουκρανίας, που μας αφορά, η κατάσταση ήταν αρκετά περίπλοκη. Ουκρανοί εθνικιστές, οπαδοί του Τσάρου, τοπικοί οπλαρχηγοί, στρατηγοί και πρίγκιπες με προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες, ένοπλες οργανώσεις, πολιτικοί και στρατιωτικοί σχηματισμοί των Μπολσεβίκων
δημιουργούσαν μια κατάσταση γενικευμένης σύγχυσης. Μέτωπο δεν υπήρχε, ούτε κανείς γνώριζε ποιος είναι ακριβώς ο εχθρός!!!
    Οι γαλλικές δυνάμεις ήταν παρούσες στην περιοχή από τις 5 Δεκεμβρίου του 1918. Ο γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσώ ζητά από τον ομόλογό του Ελευθέριο Βενιζέλο τη συμμετοχή ελληνικών δυνάμεων στις επιχειρήσεις, με αντάλλαγμα την ευμενή στάση της χώρας του υπέρ των εθνικών διεκδικήσεων σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Ο Βενιζέλος ζύγισε την κατάσταση, καθώς στις περιοχές αυτές υπήρχε ισχυρή ελληνική παρουσία και προβλέψιμος ο κίνδυνος αντεκδικήσεων από τους Μπολσεβίκους, και απάντησε θετικά στο αίτημα του Κλεμανσώ.
    Την αποστολή θα έφερνε σε πέρας το Α’ Σώμα Στρατού υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου Κωνσταντίνου Νίδερ, που μόλις είχε ολοκληρώσει την αποστολή αποκατάστασης της ελληνικής κυριαρχίας στην Ανατολική Μακεδονία. Η μεταφορά των ελληνικών δυνάμεων (2η και 13η Μεραρχία) άρχισε στις 2 Ιανουαρίου 1919, ενώ η 1η Μεραρχία παρέμεινε στην Καβάλα αναμένοντας διαταγές.
    Πριν φτάσουν οι Έλληνες στρατιώτες εκεί, θα ζήσουν μια μοναδική εμπειρία, αυτήν της Πόλης των Πόλεων… Τα κατάφορτα από στρατιώτες πλοία Νόρμαν και Τίγρης, περνούν από τον παγωμένο Βόσπορο και οι Έλληνικός Στρατός κοιτά μαγεμένος, αποσβολωμένος την αλύτρωτη Πόλη να αναδύεται αριστερά και δεξιά του, σαν μέσα από τη θαμπάδα ενός ονείρου. Δεν την χορταίνουν όσες ώρες κρατάει αυτό το πέρασμα από την μια άκρη ως την άλλη. Στέκουν κυριολεκτικά κρεμασμένοι στις κουπαστές, απολαμβάνοντας το μοναδικό θέαμα, με τις χιλιάδες ελληνικές σημαίες κρεμασμένες στις προσόψεις των σπιτιών στις δύο όχθες… Το «Αυτοκράτωρ Νικόλαος» ρίχνει άγκυρα δίπλα στο θρυλικό «Αβέρωφ». Ένα πλήθος αδημονούντων Ρωμιών έχει κατέβει εκείνο το παγωμένο πρωινό για να δει έστω και από μακριά και να χαιρετήσει τους Έλληνες τσολιάδες. Αλλά θα μείνουν όλοι με τη χαρά, καθώς δε θα επιτραπεί σε κανέναν να κατέβει, παρά μόνον στον Πλαστήρα και στον συνταγματάρχη Μανέττα
    Οι πρώτοι Έλληνες στρατιώτες αποβιβάζονται στην Οδησσό στις 7 Ιανουαρίου και στο επόμενο διάστημα το εκστρατευτικό σώμα αριθμούσε 23.551 άνδρες. Ανάμεσα στους διοικητές των μονάδων γνωστοί στρατιωτικοί, με σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας αργότερα, όπως ο συνταγματάρχης Αλέξανδρος Οθωναίος (επιτελάρχης του Α’ Σώματος Στρατού) και οι αντισυνταγματάρχες Γεώργιος Κονδύλης (διοικητής του 3ου Συντάγματος Πεζικού) και Νικόλαος Πλαστήρας (διοικητής του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων).
    Οι ελληνικές δυνάμεις τέθηκαν αμέσως υπό τη διοίκηση της Α’ Συμμαχικής ομάδας μεραρχιών, δυνάμεως 70.000 ανδρών, την οποία διοικούσε ο γάλλος στρατηγός Ντ’ Ανσέλμ. Οι Έλληνες ήταν το πιο αξιόμαχο τμήμα της συμμαχικής δύναμης, καθώς οι γάλλοι στρατιώτες ήταν εμφανώς καταπονημένοι από την περιπέτεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και πολλοί από αυτούς έβλεπαν με συμπάθεια το κομμουνιστικό καθεστώς του Λένιν. Κλήθηκαν, όμως, να συμμετάσχουν σ’ έναν πόλεμο σκοπιμότητας, «αδικαιολόγητο και πρόχειρα προετοιμασμένο».
    Εναντίον του συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος, οι Σοβιετικοί διέθεσαν τρεις στρατιές, με δύναμη 217.000 ανδρών. Ο στρατός αυτός, αφού συνέτριψε το ουκρανικό αυτονομιστικό κίνημα τον Ιανουάριο του 1919, στράφηκε στη συνέχεια κατά των Συμμάχων στην Οδησσό και την Κριμαία. Με τη συντριπτική του υπεροχή τους ανάγκασε σε μάχες οπισθοφυλακών, στις οποίες οι ελληνικές δυνάμεις διακρίθηκαν για την αυταπάρνηση και την πειθαρχία τους.
    Η πρώτη μάχη με την εμπλοκή ελληνικών δυνάμεων δόθηκε στις 25 Φεβρουαρίου, όταν το 1ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον αντισυνταγματάρχη Νικόλαο Ρόκα, απελευθέρωσε τη φρουρά της Χερσώνας, την οποία πολιορκούσε ο Κόκκινος Στρατός. Στη συνέχεια, οι Έλληνες στρατιώτες έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες, έως τις 20 Μαρτίου 1919, όταν έπειτα από απόφαση των συμμάχων, δόθηκε εντολή για το τέλος της εκστρατείας και την εκκένωση της Οδησσού…
    Οι ελληνικές μονάδες υποχώρησαν με υποδειγματική τάξη και παρατάχθηκαν στη δυτική όχθη του
ποταμού Δνείστερου για να υπερασπίσουν την περιοχή της Βεσσαραβίας (σημερινή Μολδαβία) από τις επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού. Στην περιοχή της Κριμαίας παρέμεινε έως τις 14 Απριλίου 1919 το 2ο Σύνταγμα Πεζικού, όπου αντιμετώπισε αλλεπάλληλες επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού και κατέστειλε την εξέγερση των εργατών της Σεβαστούπολης, ενισχυμένους με γάλλους ναύτες, οι οποίοι είχαν στασιάσει. Οι Γάλλοι , κυρίως οι ναύτες, όχι μόνο δεν ήθελαν να πολεμήσουν, αλλά έπαιρναν μέρος σε διαδηλώσεις με ντόπιο πληθυσμό κρατώντας κόκκινες σημαίες, τραγουδούσαν τη Διεθνή και δεν έβλεπαν την ώρα να γυρίσουν στην πατρίδα τους.
    Τον Ιούνιο του 1919 το Α’ Σώμα Στρατού προωθήθηκε στη Σμύρνη, όπου ο ελληνικός στρατός επιχειρούσε από τον Μάιο. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στη μεσημβρινή Ρωσία ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες.
    Η συμμετοχή της Ελλάδος σε αυτή την εκστρατεία, ήταν ότι χειρότερο για τις εύρωστες ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας. Χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Ύστερα μάλιστα από την εκκένωση της Σεβαστούπολης, περίπου 100.000 πανικόβλητοι Έλληνες είχαν συγκεντρωθεί κατά μήκος των ακτών μέχρι το Βατούμ, σε αναμονή μεταφοράς τους. Η πλειοψηφία δε αυτών καταγόταν από τον Πόντο και για αυτό το λόγο η ελληνική κυβέρνηση θεώρησε ότι αυτοί έπρεπε να σκορπιστούν στις τουρκικές επαρχίες της Μαύρης Θάλασσας. Σύμφωνα με τα στοιχεία, κατά τα χρόνια 1919 και 1920, περίπου 550.000 Πόντιοι εγκαταστάθηκαν σε εκείνες τις περιοχές μέχρι το Βατούμ και από την άλλη πλευρά της θάλασσας…
    Εκεί τους περίμενε ο Κεμάλ με τους τσέτες του, που συνεπικουρούμενος από τους μπολσεβίκους αρχικά και τους Γάλλους-Ιταλούς στη συνέχεια, έγραψαν την πιο μαύρη ίσως και από την άλωση της Πόλης σελίδα της Ελληνικής Ιστορίας, την Ποντιακή Γενοκτονία και την Μικρασιατική καταστροφή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου