Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗΣ

Στη ζωή των εθνών υπάρχουν ημερομηνίες ορόσημα, που καθορίζουν την πορεία τους και αποτελούν αφετηρίες για την ανάβαση του πνεύματος σε υψηλές κορυφές, από τις οποίες μπορούν να αντικρίσουν όλη την ιστορική τους διαδρομή. Από την κορυφή της 28ης Οκτωβρίου μπορούμε ν’ αγναντέψουμε την πορεία της φυλής μας και μπορούμε να το κάνουμε χωρίς φόβο. Μπορούμε να σταθούμε με το κεφάλι ψηλά και ν’ αντικρίσουμε κατάματα όλες τις ψηλές κορυφές της πορείας του Ελληνικού Έθνους. Κάθε μια τους και σταθμός και κάθε σταθμός τρόπαιο τιμής από τα οποία αντλούμε δύναμη και πίστη για το μέλλον.
Σαν σήμερα οι καμπάνες όλης της Ελλάδος σήμαναν προσκλητήριο και όλοι οι Έλληνες βροντοφώναξαν παρών και ανταποκρίθηκαν με το αίμα τους. Ήταν η πιο θριαμβευτική επικύρωση της εθνικής μας συνείδησης. Αυτή η συνείδηση είναι που προστάζει τα έργα μας και διαμορφώνει τους στοχασμούς μας. Αυτή είναι που μας υπαγορεύει, από το απώτατο παρελθόν ως το πιο κοντινό παρόν, τα ίδια συνθήματα τιμής , αξιοπρέπειας , ελευθερίας και πολιτισμού. Αυτή είναι που οδηγεί τα βήματά μας σε πράξεις καταπληκτικές, που μόνο εμάς δεν καταπλήσσουν, και σε αποφάσεις παράτολμες, που μόνο εμείς ξέρουμε τη μυστική λογική που τις δικαιολογεί.
Έτσι ενεργεί, στοχάζεται, αποφασίζει και αγωνίζεται ο αιώνιος εφηβικός οργανισμός, που λέγεται Ελληνισμός. Και όσο λέγεται Ελληνισμός, γιατί τελευταία κάποιοι γνωστοί – άγνωστοι προσπαθούν να αλλοιώσουν τον κοινωνικό του ιστό, θα εξακολουθεί να πορεύεται με τον ίδιο τρόπο στη λεωφόρο της ιστορίας του. Είναι ο δρόμος με τις σφραγισμένες πατημασιές από εκατοντάδες εκατομμύρια προγόνων, που πέρασαν από εδώ, τον περπάτησαν και τα βήματά τους άφησαν σημάδια από ιδρώτα και αίμα πάνω στο χώμα.

Τούτο το ζεστό χώμα, που αποτελεί τη γη της πατρίδας, είναι καμωμένο από τη στάχτη χιλιάδων γενεών Ελλήνων, που γεννήθηκαν εδώ, μίλησαν την ίδια γλώσσα, είδαν τα ίδια βουνά, την ίδια γαλάζια θάλασσα, τραγούδησαν τα ίδια τραγούδια και χτυποκάρδισαν για τους ίδιους καημούς, κλείνοντας μέσα στο αίμα τους, μέσα στη σάρκα τους και μέσα στο μεδούλι τους αυτό που ονομάζουμε Ελλάδα. Μια χούφτα ψυχές ήταν οι Έλληνες το 40 χαμένες στην απεραντοσύνη της ανθρωπότητας αλλά δεν αισθάνθηκαν λίγοι. Ένοιωθαν πλάι τους τη ζεστασιά της ανάσας των προγόνων τους, που τους έδειχνε το δρόμο της τιμής και του καθήκοντος, το δρόμο των μαραθωνομάχων και των σαλαμινομάχων με τον παιάνα «Ίτε παίδες Ελλήνων ελευθερούτε πατρίδα» να δονεί τις ψυχές τους. Η μυριόστομη κραυγή «ΟΧΙ» προς το φασισμό του Μουσολίνι, που δοκίμασε να ενσαρκώσει τα κοσμοκρατορικά του όνειρα στην ιερή μας γη, έγινε τραγούδι τιμής δίπλα στο «Μολών Λαβέ». Ευτυχισμένοι οι Λαοί που τα κόκαλα των προγόνων τους φωσφορίζουν Ελευθερία. Ευτυχισμένο το Ελληνικό Έθνος που δεν έπαψε να σπέρνει την πατρώα γη με κόκαλα Ηρώων και Μαρτύρων της Ελευθερίας.

Η ζωή των εθνών μετριέται με τους αιώνες και όχι με τα χρόνια όπως η ζωή των ανθρώπων και έρχεται μια μέρα που οι αιώνες ελέγχουν τα χαρτιά της ιστορικής τους ταυτότητας. Τέτοια μέρα είναι για μας η 28η Οκτωβρίου. Αυτή τη μέρα ο νεώτερος Ελληνισμός έδωσε εξετάσεις μπροστά στην ιστορία. Ας τη διαφυλάξουμε καθαρή ως ημέρα δόξας της ενωμένης και ομόψυχης Ελλάδας.
Δυστυχώς οι φίλοι μας δεν έχουν δυνατή μνήμη. Δεν έχει σημασία όμως αυτό παρά μονάχα γι’ αυτούς. Βλέποντας τα μάτια τους ανακαλύπτουμε την αλήθεια. Μας ζηλεύουν γιατί παράγουμε πολιτισμό και δεν τον αντιγράφουμε, γιατί είμαστε φιλόξενοι, γιατί γελάμε και χορεύουμε, γιατί ξενυχτάμε, γιατί χαιρόμαστε τη ζωή με λίγα ή πολλά. Μας φθονούν για τον ήλιο μας, για την κουλτούρα μας, για το ανήσυχο και εφευρετικό πνεύμα μας, για την ικανότητα επιβίωσης εντός και εκτός συνόρων, για την ιστορία μας και κυρίως για τη λεβεντιά μας με την οποία σταθήκαμε επί αιώνες προπύργιο της δύσης. Αλήθεια, πόσοι και ποιοι από αυτούς μπορούν να βαδίσουν στο θάνατο με χορό, τραγούδι και χαμόγελο; Πόσοι και ποιοι από αυτούς μπορούν να γράψουν έπος όπως το ελληνικό ΟΧΙ;
Ας ρωτήσουμε γι’ αυτό εμείς τη θεά Δόξα, γιατί αυτοί σίγουρα την προσπερνούν χωρίς να την αναγνωρίζουν. Ένας λαός που μεγαλούργησε όπως το 1940 έχει δικαίωμα να κρατήσει τη σεμνότητά του σαν το μοναδικό στολίδι της θυσίας. Ένας λαός που ανέβηκε τις πιο ψηλές κορυφές της ιστορικής του διαδρομής ολομόναχος, έχει δικαίωμα να κρατήσει σαν το πιο ακριβό τίτλο τιμής τη μοναξιά του.
Η Ελλάδα έκανε το χρέος της απέναντι στον ελεύθερο κόσμο και ανταποκρίθηκε επάξια στο κάλεσμα της μοίρας. Χωρίς δισταγμό, αμφιβολία, υπολογισμό ή παζάρεμα ρίχτηκε καταπάνω στη βαρβαρότητα με καρδιά ανθισμένη, ανοιξιάτικη , νεανική. Και αυτό είναι το μεγάλο μας μυστικό. Τα αιώνια νιάτα, η παντοτινή εφηβεία. Ο στρατιώτης του 40 δεν ήταν γιγαντόσωμος με αστραφτερή πανοπλία, απεναντίας ήταν κάτισχνος από την πείνα και τις κακουχίες και έλειωνε το χιόνι για να ξεδιψάσει. Το ασκητικό του πρόσωπο φάνταζε χλωμό ίδιο με τις αγιογραφίες του Θεοτοκόπουλου, ίδιος και ο φωτοστέφανος της δόξας με εκείνον της αγιοσύνης. Στο λασπωμένο του πρόσωπο αντιφέγγιζε η πυρακτωμένη φλόγα της καρδιάς του. Ανήκε σε ένα τόπο που η μοίρα του είναι να πληρώνει τις κινήσεις της ιστορίας με πόνο και αίμα. Η μάνα του τον κοίμιζε με μοιρολόγια μνήμης και υπερηφάνειας και του έβαζε στο χέρι από τα πρώτα του βήματα τη γαλανόλευκη. Γι’ αυτό και θέλουμε να την κρατάμε εμείς και μόνο εμείς.

Σήμερα όλοι οι μεγάλοι και δυνατοί, που έσκυβαν εκείνες τις μέρες ντροπιασμένοι κάτω από το μαστίγιο του φασισμού, προσπαθούν να διαγράψουν εκείνη την περίοδο από την ιστορία τους ή καμώνονται πως δε θυμούνται πια. Κανείς όμως δε μπορεί να τη διαγράψει από τη δική μας ιστορία, από τη δική μας μνήμη και από τη δική μας ζωή. Γιατί ένα έθνος που χάνει την ιστορική του μνήμη, ένα έθνος που αφήνει να παραλύσει μέσα στη ψυχή του η δύναμη των παραδόσεων και της κληρονομιάς του, είναι ένα έθνος που βαδίζει προς την ανυπαρξία. Είναι ένα έθνος που ωρίμασε για δουλεία και δεν του μένει παρά να διαλέξει τον αφέντη που θα δεχθεί να του βάλει τις χειροπέδες.
Όμως ο Ελληνικός Λαός θα έχει για πάντα ως ύψιστο ιδανικό την ελευθερία και όσο υπάρχει Ελληνική Οικογένεια η Ελληνίδα Μάνα θα μπολιάζει τα παιδιά της με το σπόρο του χρέους και της τιμής. Μόνο εμείς μπορούμε να καταλάβουμε τον Αισχύλο που πριν από 25 αιώνες θέλησε να γραφεί στον τάφο του επιτύμβιο ότι πολέμησε στο Μαραθώνα και όχι ότι ήταν ο δημιουργός της Ορέστειας. Ακόμη περιμένει η Ελλάδα να μοιραστεί τη νίκη όπως υποσχέθηκε ο Ουΐνστον Τσόρτσιλ. Αντίθετα ταλαιπωρημένη και ρημαγμένη από τον πόλεμο και την κατοχή έγινε μεταπολεμικό αντικείμενο εκμετάλλευσης και αντιπαράθεσης, κομμάτι της δικής τους παρτίδας σκάκι με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της ανοικοδόμησης και ανάπτυξης. Αντί στεφάνου δέχεται με την ανοχή τους επιθέσεις από διεκδικήσεις των επιτήδειων ουδέτερων στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στη Θράκη και των δοσίλογων του πατριωτισμού στη Μακεδονία. Και αυτό γιατί δεν βλέπουν την αυτοκρατορική υπεροψία των Οθωμανών και δεν αισθάνονται την απειλή όπως επί Σουλεϊμάν όταν έφθασαν μέχρι τη Βιέννη διά πυρός και σιδήρου. Διερωτώμαι αν το θράσος τους πηγάζει από γνωστές δηλώσεις περί λήθης ή τις ευχαριστίες προς τον αρχηγό των Απάτσι ή είναι επακόλουθο της εξωτερικής πολιτικής του πλανητάρχη, που συνιστά βιασμό του περί δικαίου αισθήματος. Βέβαια η διπλωματία δεν είναι υπόθεση της ηθικής και της δικαιοσύνης αλλά της ισχύος και των συμφερόντων.

Οι εποχές άλλαξαν και οι κλαγγές των όπλων ηχούν διαφορετικά. Μαζί με τους κινδύνους κατά της εδαφικής μας ακεραιότητας, εγκληματικότητα, ναρκωτικά, βία όλων των αποχρώσεων, διαφθορά, εγκατάλειψη της παράδοσης, παραχάραξη της ιστορίας και παγκοσμιοποιημένα βιβλία με στόχο μικρά παιδιά, απαξίωση συμβόλων και Ενόπλων Δυνάμεων, κατάργηση ή διαφοροποίηση του καταστατικού χάρτη της εκκλησίας αλλά και πολιτική αναλγησία με όπλο το ΔΝΤ είναι οι εφιάλτες που εμφανίζονται και μπορούμε να νοιώσουμε την ανατριχίλα τους.
Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες δεν επιθυμούν πολέμους και ποτέ δεν τους επεδίωξαν με την ελληνική οικογένεια τελευταία γραμμή άμυνας της πίστης και των ιδανικών της ελευθερίας. Από τους αρχαιότατους χρόνους ταξίδευαν και μεταλαμπάδευαν τον πολιτισμό τους. Σκόπιμα διάλεξαν την ορεινή εσχατιά της Ευρώπης για να ζήσουν ειρηνικά με το δικό τους μοναδικό τρόπο.
Ας ελπίσουμε ότι οι εφιάλτες, στρατοί και μνημόνια, θα προσπεράσουν, αντιλαμβανόμενοι ότι οι σπηλιές από τις οποίες ξεκίνησαν όταν οι Έλληνες έδιναν μαθήματα πολιτισμού δεν μπορούν να τους νομιμοποιήσουν. Αν όχι ας κοπιάσουν. Τους περιμένουμε ήρεμοι, έτοιμοι για τη θυσία. Δε φοβόμαστε γιατί είμαστε ελεύθεροι. Ας μείνει ήσυχος ο νομπελίστας ποιητής μας. «Ο ήλιος της δικαιοσύνης ο νοητός και η μυρσίνη η δοξαστική δε λησμόνησαν και δε θα λησμονήσουν τη χώρα μας».
Αυτό το έγραψε ένας φίλος, που δεν θέλησε να αποκαλύψω το όνομά του, όχι απο φόβο, αλλα απο σεμνότητα. Ανδρεας