Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗΣ

Στη ζωή των εθνών υπάρχουν ημερομηνίες ορόσημα, που καθορίζουν την πορεία τους και αποτελούν αφετηρίες για την ανάβαση του πνεύματος σε υψηλές κορυφές, από τις οποίες μπορούν να αντικρίσουν όλη την ιστορική τους διαδρομή. Από την κορυφή της 28ης Οκτωβρίου μπορούμε ν’ αγναντέψουμε την πορεία της φυλής μας και μπορούμε να το κάνουμε χωρίς φόβο. Μπορούμε να σταθούμε με το κεφάλι ψηλά και ν’ αντικρίσουμε κατάματα όλες τις ψηλές κορυφές της πορείας του Ελληνικού Έθνους. Κάθε μια τους και σταθμός και κάθε σταθμός τρόπαιο τιμής από τα οποία αντλούμε δύναμη και πίστη για το μέλλον.
Σαν σήμερα οι καμπάνες όλης της Ελλάδος σήμαναν προσκλητήριο και όλοι οι Έλληνες βροντοφώναξαν παρών και ανταποκρίθηκαν με το αίμα τους. Ήταν η πιο θριαμβευτική επικύρωση της εθνικής μας συνείδησης. Αυτή η συνείδηση είναι που προστάζει τα έργα μας και διαμορφώνει τους στοχασμούς μας. Αυτή είναι που μας υπαγορεύει, από το απώτατο παρελθόν ως το πιο κοντινό παρόν, τα ίδια συνθήματα τιμής , αξιοπρέπειας , ελευθερίας και πολιτισμού. Αυτή είναι που οδηγεί τα βήματά μας σε πράξεις καταπληκτικές, που μόνο εμάς δεν καταπλήσσουν, και σε αποφάσεις παράτολμες, που μόνο εμείς ξέρουμε τη μυστική λογική που τις δικαιολογεί.
Έτσι ενεργεί, στοχάζεται, αποφασίζει και αγωνίζεται ο αιώνιος εφηβικός οργανισμός, που λέγεται Ελληνισμός. Και όσο λέγεται Ελληνισμός, γιατί τελευταία κάποιοι γνωστοί – άγνωστοι προσπαθούν να αλλοιώσουν τον κοινωνικό του ιστό, θα εξακολουθεί να πορεύεται με τον ίδιο τρόπο στη λεωφόρο της ιστορίας του. Είναι ο δρόμος με τις σφραγισμένες πατημασιές από εκατοντάδες εκατομμύρια προγόνων, που πέρασαν από εδώ, τον περπάτησαν και τα βήματά τους άφησαν σημάδια από ιδρώτα και αίμα πάνω στο χώμα.

Τούτο το ζεστό χώμα, που αποτελεί τη γη της πατρίδας, είναι καμωμένο από τη στάχτη χιλιάδων γενεών Ελλήνων, που γεννήθηκαν εδώ, μίλησαν την ίδια γλώσσα, είδαν τα ίδια βουνά, την ίδια γαλάζια θάλασσα, τραγούδησαν τα ίδια τραγούδια και χτυποκάρδισαν για τους ίδιους καημούς, κλείνοντας μέσα στο αίμα τους, μέσα στη σάρκα τους και μέσα στο μεδούλι τους αυτό που ονομάζουμε Ελλάδα. Μια χούφτα ψυχές ήταν οι Έλληνες το 40 χαμένες στην απεραντοσύνη της ανθρωπότητας αλλά δεν αισθάνθηκαν λίγοι. Ένοιωθαν πλάι τους τη ζεστασιά της ανάσας των προγόνων τους, που τους έδειχνε το δρόμο της τιμής και του καθήκοντος, το δρόμο των μαραθωνομάχων και των σαλαμινομάχων με τον παιάνα «Ίτε παίδες Ελλήνων ελευθερούτε πατρίδα» να δονεί τις ψυχές τους. Η μυριόστομη κραυγή «ΟΧΙ» προς το φασισμό του Μουσολίνι, που δοκίμασε να ενσαρκώσει τα κοσμοκρατορικά του όνειρα στην ιερή μας γη, έγινε τραγούδι τιμής δίπλα στο «Μολών Λαβέ». Ευτυχισμένοι οι Λαοί που τα κόκαλα των προγόνων τους φωσφορίζουν Ελευθερία. Ευτυχισμένο το Ελληνικό Έθνος που δεν έπαψε να σπέρνει την πατρώα γη με κόκαλα Ηρώων και Μαρτύρων της Ελευθερίας.

Η ζωή των εθνών μετριέται με τους αιώνες και όχι με τα χρόνια όπως η ζωή των ανθρώπων και έρχεται μια μέρα που οι αιώνες ελέγχουν τα χαρτιά της ιστορικής τους ταυτότητας. Τέτοια μέρα είναι για μας η 28η Οκτωβρίου. Αυτή τη μέρα ο νεώτερος Ελληνισμός έδωσε εξετάσεις μπροστά στην ιστορία. Ας τη διαφυλάξουμε καθαρή ως ημέρα δόξας της ενωμένης και ομόψυχης Ελλάδας.
Δυστυχώς οι φίλοι μας δεν έχουν δυνατή μνήμη. Δεν έχει σημασία όμως αυτό παρά μονάχα γι’ αυτούς. Βλέποντας τα μάτια τους ανακαλύπτουμε την αλήθεια. Μας ζηλεύουν γιατί παράγουμε πολιτισμό και δεν τον αντιγράφουμε, γιατί είμαστε φιλόξενοι, γιατί γελάμε και χορεύουμε, γιατί ξενυχτάμε, γιατί χαιρόμαστε τη ζωή με λίγα ή πολλά. Μας φθονούν για τον ήλιο μας, για την κουλτούρα μας, για το ανήσυχο και εφευρετικό πνεύμα μας, για την ικανότητα επιβίωσης εντός και εκτός συνόρων, για την ιστορία μας και κυρίως για τη λεβεντιά μας με την οποία σταθήκαμε επί αιώνες προπύργιο της δύσης. Αλήθεια, πόσοι και ποιοι από αυτούς μπορούν να βαδίσουν στο θάνατο με χορό, τραγούδι και χαμόγελο; Πόσοι και ποιοι από αυτούς μπορούν να γράψουν έπος όπως το ελληνικό ΟΧΙ;
Ας ρωτήσουμε γι’ αυτό εμείς τη θεά Δόξα, γιατί αυτοί σίγουρα την προσπερνούν χωρίς να την αναγνωρίζουν. Ένας λαός που μεγαλούργησε όπως το 1940 έχει δικαίωμα να κρατήσει τη σεμνότητά του σαν το μοναδικό στολίδι της θυσίας. Ένας λαός που ανέβηκε τις πιο ψηλές κορυφές της ιστορικής του διαδρομής ολομόναχος, έχει δικαίωμα να κρατήσει σαν το πιο ακριβό τίτλο τιμής τη μοναξιά του.
Η Ελλάδα έκανε το χρέος της απέναντι στον ελεύθερο κόσμο και ανταποκρίθηκε επάξια στο κάλεσμα της μοίρας. Χωρίς δισταγμό, αμφιβολία, υπολογισμό ή παζάρεμα ρίχτηκε καταπάνω στη βαρβαρότητα με καρδιά ανθισμένη, ανοιξιάτικη , νεανική. Και αυτό είναι το μεγάλο μας μυστικό. Τα αιώνια νιάτα, η παντοτινή εφηβεία. Ο στρατιώτης του 40 δεν ήταν γιγαντόσωμος με αστραφτερή πανοπλία, απεναντίας ήταν κάτισχνος από την πείνα και τις κακουχίες και έλειωνε το χιόνι για να ξεδιψάσει. Το ασκητικό του πρόσωπο φάνταζε χλωμό ίδιο με τις αγιογραφίες του Θεοτοκόπουλου, ίδιος και ο φωτοστέφανος της δόξας με εκείνον της αγιοσύνης. Στο λασπωμένο του πρόσωπο αντιφέγγιζε η πυρακτωμένη φλόγα της καρδιάς του. Ανήκε σε ένα τόπο που η μοίρα του είναι να πληρώνει τις κινήσεις της ιστορίας με πόνο και αίμα. Η μάνα του τον κοίμιζε με μοιρολόγια μνήμης και υπερηφάνειας και του έβαζε στο χέρι από τα πρώτα του βήματα τη γαλανόλευκη. Γι’ αυτό και θέλουμε να την κρατάμε εμείς και μόνο εμείς.

Σήμερα όλοι οι μεγάλοι και δυνατοί, που έσκυβαν εκείνες τις μέρες ντροπιασμένοι κάτω από το μαστίγιο του φασισμού, προσπαθούν να διαγράψουν εκείνη την περίοδο από την ιστορία τους ή καμώνονται πως δε θυμούνται πια. Κανείς όμως δε μπορεί να τη διαγράψει από τη δική μας ιστορία, από τη δική μας μνήμη και από τη δική μας ζωή. Γιατί ένα έθνος που χάνει την ιστορική του μνήμη, ένα έθνος που αφήνει να παραλύσει μέσα στη ψυχή του η δύναμη των παραδόσεων και της κληρονομιάς του, είναι ένα έθνος που βαδίζει προς την ανυπαρξία. Είναι ένα έθνος που ωρίμασε για δουλεία και δεν του μένει παρά να διαλέξει τον αφέντη που θα δεχθεί να του βάλει τις χειροπέδες.
Όμως ο Ελληνικός Λαός θα έχει για πάντα ως ύψιστο ιδανικό την ελευθερία και όσο υπάρχει Ελληνική Οικογένεια η Ελληνίδα Μάνα θα μπολιάζει τα παιδιά της με το σπόρο του χρέους και της τιμής. Μόνο εμείς μπορούμε να καταλάβουμε τον Αισχύλο που πριν από 25 αιώνες θέλησε να γραφεί στον τάφο του επιτύμβιο ότι πολέμησε στο Μαραθώνα και όχι ότι ήταν ο δημιουργός της Ορέστειας. Ακόμη περιμένει η Ελλάδα να μοιραστεί τη νίκη όπως υποσχέθηκε ο Ουΐνστον Τσόρτσιλ. Αντίθετα ταλαιπωρημένη και ρημαγμένη από τον πόλεμο και την κατοχή έγινε μεταπολεμικό αντικείμενο εκμετάλλευσης και αντιπαράθεσης, κομμάτι της δικής τους παρτίδας σκάκι με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της ανοικοδόμησης και ανάπτυξης. Αντί στεφάνου δέχεται με την ανοχή τους επιθέσεις από διεκδικήσεις των επιτήδειων ουδέτερων στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στη Θράκη και των δοσίλογων του πατριωτισμού στη Μακεδονία. Και αυτό γιατί δεν βλέπουν την αυτοκρατορική υπεροψία των Οθωμανών και δεν αισθάνονται την απειλή όπως επί Σουλεϊμάν όταν έφθασαν μέχρι τη Βιέννη διά πυρός και σιδήρου. Διερωτώμαι αν το θράσος τους πηγάζει από γνωστές δηλώσεις περί λήθης ή τις ευχαριστίες προς τον αρχηγό των Απάτσι ή είναι επακόλουθο της εξωτερικής πολιτικής του πλανητάρχη, που συνιστά βιασμό του περί δικαίου αισθήματος. Βέβαια η διπλωματία δεν είναι υπόθεση της ηθικής και της δικαιοσύνης αλλά της ισχύος και των συμφερόντων.

Οι εποχές άλλαξαν και οι κλαγγές των όπλων ηχούν διαφορετικά. Μαζί με τους κινδύνους κατά της εδαφικής μας ακεραιότητας, εγκληματικότητα, ναρκωτικά, βία όλων των αποχρώσεων, διαφθορά, εγκατάλειψη της παράδοσης, παραχάραξη της ιστορίας και παγκοσμιοποιημένα βιβλία με στόχο μικρά παιδιά, απαξίωση συμβόλων και Ενόπλων Δυνάμεων, κατάργηση ή διαφοροποίηση του καταστατικού χάρτη της εκκλησίας αλλά και πολιτική αναλγησία με όπλο το ΔΝΤ είναι οι εφιάλτες που εμφανίζονται και μπορούμε να νοιώσουμε την ανατριχίλα τους.
Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες δεν επιθυμούν πολέμους και ποτέ δεν τους επεδίωξαν με την ελληνική οικογένεια τελευταία γραμμή άμυνας της πίστης και των ιδανικών της ελευθερίας. Από τους αρχαιότατους χρόνους ταξίδευαν και μεταλαμπάδευαν τον πολιτισμό τους. Σκόπιμα διάλεξαν την ορεινή εσχατιά της Ευρώπης για να ζήσουν ειρηνικά με το δικό τους μοναδικό τρόπο.
Ας ελπίσουμε ότι οι εφιάλτες, στρατοί και μνημόνια, θα προσπεράσουν, αντιλαμβανόμενοι ότι οι σπηλιές από τις οποίες ξεκίνησαν όταν οι Έλληνες έδιναν μαθήματα πολιτισμού δεν μπορούν να τους νομιμοποιήσουν. Αν όχι ας κοπιάσουν. Τους περιμένουμε ήρεμοι, έτοιμοι για τη θυσία. Δε φοβόμαστε γιατί είμαστε ελεύθεροι. Ας μείνει ήσυχος ο νομπελίστας ποιητής μας. «Ο ήλιος της δικαιοσύνης ο νοητός και η μυρσίνη η δοξαστική δε λησμόνησαν και δε θα λησμονήσουν τη χώρα μας».
Αυτό το έγραψε ένας φίλος, που δεν θέλησε να αποκαλύψω το όνομά του, όχι απο φόβο, αλλα απο σεμνότητα. Ανδρεας

Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΣΙΓΑΡΟ ΜΕ ΒΑΡΥ ΧΑΡΜΑΝΙ


Το Σάββατο το πρωί, μετά από μία μεγάλη βόλτα με τον Ροσινάντη, και αφού δεν βρήκα κανένα ανεμόμυλο για να του επιτεθώ, κουρασμένος, είπα να πιώ ένα καφεδάκι, κάπου εκεί στην Νέα Κρήνη. Είδα μια καφετερία, έδεσα τον Ροσινάντη, και μπήκα. Παράγγειλα έναν καφέ, βαρύ και όχι, ενώ ο Πάντσο αρκέστηκε σε ένα ‘’υποβρύχιο’’ στο παραπέρα τραπέζι.


Ήρθε ο καφές, ήπια μία γουλιά και άναψα ένα τσιγαράκι, γιατί όλοι ξέρουν ότι ο καφές είναι ο ρουφιάνος του τσιγάρου.


Σε πέντε δευτερόλεπτα, με πλησιάζει ο σερβιτόρος έντρομος και μου λέει


‘’Δόν, τι κάνετε ? Το τσιγάρο απαγορεύεται !!! ‘’


Τότε θυμήθηκα τον νέο αντικαπνιστικό Νόμο. Φυσικά δεν ήθελα να βάλω σε μπελάδες το μαγαζί, έσβυσα το τσιγάρο μου , παράτησα τον καφέ μου, πλήρωσα και έφυγα. Έξω, κάθησα σε ένα παγκάκι και άρχισα να αναρωτιέμαι για την ηλιθιότητα των ανθρώπων.


Καλά, τα τσιγάρα δεν τα αγοράζω νόμιμα από το περίπτερο, και με τις ευλογίες του Κράτους ? Γιατί μου απαγορεύουν να απολαύσω το καφεδάκι μου με ένα τσιγάρο ? Ά, ναι, οι φανατικοί αντικαπνιστές ενοχλούνται. Τους κάνει κακό το ‘’παθητικό κάπνισμα’’. Πρέπει λοιπόν να κόψουμε το τσιγάρο.


Οι σκέψεις, ερχόταν ανάκατες, χωρίς ειρμό, και με προβλημάτισαν απερίγραπτα. Από πού να αρχίσω, και πού να τελειώσω.


Κατ’ αρχή, δεν αμφισβητώ καθόλου τις ιατρικές θεωρίες, για το ότι το κάπνισμα κάνει κακό στον καπνιστή αλλα και στον διπλανό του. Αυτό, για να μην νομίζει κανείς ότι έχω άγνοια.


Εγώ και πάρα πολλοί άλλοι, είμαστε καπνιστές. Δεν ξέρω αν βγάζουμε μέχρι και Κυβέρνηση. Πώς μας κόλλησε το κάπνισμα ? Στους περισσότερους από κακώς εννοούμενη εφηβική ‘’μαγκιά’’, όταν βλέπαμε στον κινηματογράφο τον Κούρκουλο με το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη, τον Χόμφρευ Μπόκαρντ ανάμεσα σε σύννεφο καπνού, τον Σίν Κόννερυ (Τζέημς Μπόντ ) με την χρυσή ταμπακιέρα. Μας κόλλησε λοιπόν. Όταν μάλιστα, βρίσκαμε και κανένα πακέτο Αμερικάνικα (λαθραία, γιατί από το περίπτερο έκαναν 30 δραχμές ) , κατά προτίμηση PALL MALL, MARLBORO , WIΝSTON ή KENT και το βάζαμε στην τσέπη του πουκάμισου, γινόμασταν το λιγώτερο Τζέημς Ντήν και βάλε. Μας κυνηγούσαν οι γονείς μας, ακόμη και αν κάπνιζαν, για να μην το αρχίσουμε. Κάτι ήξεραν περισσότερο. Το ίδιο έκανα και εγώ στα παιδιά μου, αλλα μπορείς να πείς ‘’Αυτό που κάνω εγώ μου κάνει κακό αλλά μου αρέσει, εσύ μην το κάνεις γιατί είναι βλαβερό ‘’ ? Τέλος πάντων, έφυγαν ο Τζέημς Ντήν και ο Κούρκουλος και σε εμάς έμεινε το κάπνισμα.


Η αρχική ‘’επίδειξη’’ έγινε συνήθεια, και η συνήθεια έγινε εξάρτηση, λίγο ή πολύ για τον κάθε καπνιστή. Μην ξεχνάμε, ότι είναι η νικοτίνη εθιστική ουσία. Πηγαίνουμε στον γιατρό για κάποιο λόγο, και εκείνος, με το τσιγάρο στο χέρι, μας λέει ‘’Πρέπει να κόψεις το κάπνισμα’’.


Προσωπικά, δοκίμασα δύο φορές να το κόψω. Διάλεξα όμως, λάθος χρονικές περιόδους. Το διαπίστωσα, γιατί η έλλειψή του με έκανε νευρικό, αντιδραστικό και επιθετικό. Όταν αυτά συνυπάρχουν με προσωπικά προβλήματα την μια φορά και με έντονη πνευματική άσκηση ( μελέτη ) την άλλη, μην περιμένεις αποτέλεσμα. Έτσι συνέχισα, αλλα πάντα σκοπεύω να το κόψω, όχι βέβαια γιατί μου το απαγορεύουν. Κάπως έτσι, είναι η ιστορία όλων των καπνιστών.


Ερχόμαστε στο Νόμο. Φανταστείτε λοιπόν, ότι όλοι γινόμαστε πλήρως νομοταγείς πολίτες και κόβουμε το κάπνισμα. Κλείνουν οι καπνοβιομηχανίες, κόσμος άνεργος, τα έσοδα του Κράτους μειώνονται δραματικά (φόρος καπνού ) και τόσα άλλα παρειπόμενα. Είναι επιχείρημα αυτό για να συνεχίσουμε το κάπνισμα ? Μάλλον όχι. Το κράτος δεν μας σκέφτεται, γιατί να το σκεφτούμε εμείς ?


Ανέβηκα στον Ροσινάντη, και έκανα βόλτα, αυτή τη φορά για να δώ τι γίνεται στις καφετερίες της περιοχής. Νέκρα. Προβληματισμός. Φταίει ο Νόμος ή η αφραγκία ? Ένας καφές την ημέρα, κάνει 3-5 Ε. Τον μήνα, 90 – 150 Ε. Τα διαθέτουν πολλοί ? Και να τον πίνεις και χωρίς τσιγάρο ?


Αμέσως, ξύπνησε το επιχειρηματικό δαιμόνιο. Θα ανοίξω μαγαζί, στην παραλία. Θα το ονομάσω ‘’ΚΑΠΝΙΣΤΗΡΙΟ’’. Μπαίνοντας δεξιά , θα πουλάω τσιγάρα, καπνό, πούρα, ναργιλέδες και όλα τα σχετικά. Στο βάθος, θα έχω πάγκο, που θα ετοιμάζει καφέδες και ποτά, και όλο το υπόλοιπο θα έχει τραπεζάκια με καρέκλες. Σίγουρα θα ‘’πιάσω την καλή’’. Μήπως το απαγορεύει ο Νόμος ? Εάν ναι, τότε πώς επιτρέπει τους οίκους ανοχής, τα ‘’τσοντάδικα’’, τα live show, τις διαφημίσεις του στυλ ‘’φίλησέ με, δάγκωσέ με, γ…..σέ με ‘’ κτλ.


ΟΥΑΙ ΥΜΙΝ, ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΣΑΙΟΙ, ΟΤΙ ΑΝΑΛΥΕΤΕ ΤΟΝ ΚΩΝΩΠΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΙΝΕΤΕ ΤΗΝ ΚΑΜΗΛΟ


Κάπου εκεί στο Λευκό Πύργο, σταμάτησα, έκατσα σε ένα παγκάκι και άναψα τσιγάρο. Με φόβο ομολογώ, γιατί δεν θα μου ήταν περίεργο εάν ερχόταν η αστυνομία, μου έριχνε ένα χέρι ξύλο και με έκλεινε στο ‘’γκισντάνι’’. Τίποτα από αυτά ευτυχώς δεν συνέβη . Ευκαιρία να συνεχίσω τις σκέψεις μου.


Εχει επικρατήσει, ότι όταν κάποιος κυνηγάει μία κοινωνική ομάδα, είναι ΡΑΤΣΙΣΤΗΣ. Το αστείο της υποθέσεως είναι ότι αυτοί που προσάπτουν στους άλλους τον τίτλο του ρατσιστή είναι οι ίδιοι περισσότερο ρατσιστές. Στην δική μας περίπτωση, τι κάνουμε ? Γεγονός είναι ότι οι καπνιστές δεν σκέφτονται ρατσιστικά εναντίον των μη καπνιστών. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο από την άλλη μεριά. Ναι, ρε παιδιά, είστε ρατσιστές ‘’του κερατά’’ που λέμε.


Πάμε και στο μεγάλο ΦΑΡΙΣΣΑΙΟ, το κράτος.


Για περιβαλλοντολογικούς , κοινωνικούς και άλλους ‘’-ικούς’’ λόγους απαγορεύει το κάπνισμα. Για άλλους λόγους, αφήνει τις βιομηχανίες κτλ κτλ να ρυπαίνουν το περιβάλλον με ανυπολόγιστες συνέπειες. Παγκόσμιο φαινόμενο. Εκεί όμως, υπάρχει το ‘’μπαγιόκο’’, τα λεφτά δηλαδή. Με αυτούς δεν μπορεί να τα βάλει, γιατί είναι συνένοχο. Βάρα λοιπόν τους καπνιστές εκ του ασφαλούς, αφού είναι δεδομένο ότι θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν.


Κάπου εκεί, απογοητευμένος , καβάλησα τον Ροσινάντη και κίνησα για την επιστροφή στο ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ που μένω. Άλλη μια μέρα, δίχως σκοπό, με προβληματισμό, αγωνία, αγανάκτηση , άγχος και πολλά τσιγάρα πέρασε.


Δον Κιχώτης



ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ


Ξέρω ότι πολλοί φίλοι και γνωστοί, ή και άγνωστοι ακόμα, θα με παρεξηγήσουν για τα παραπάνω. Ο καθένας μπορεί να έχει τις ιδέες και σκέψεις του, αυτό είναι το θεμέλιο της Δημοκρατίας. Τέτοια δεν έχουμε ??


Το πρόβλημα (γιατί υπάρχει ) δεν λύνεται με Νόμους, πρόστιμα, αυτόφωρο και άλλου είδους απαγορεύσεις. Λύνεται μόνο με αμοιβαία κατανόηση και από τις δύο παρατάξεις. Θα μπορούσα να κάνω κάποιες ώρες χωρίς να καπνίσω, εάν αυτό ενοχλεί πραγματικά τους γύρω μου. Και εκείνους όμως, δεν θα τους ενοχλούσε αφόρητα ένα τσιγάρο που κάποιος άναψε.


Κατανόηση και συμβιβασμός λοιπόν, και όχι απαγόρευση. Η εφαρμογή του ‘’ΠΟΝΑΕΙ ΧΕΡΙ, ΚΟΨΕΙ ΧΕΡΙ’’ δεν φέρνει αποτέλεσμα. Άλλωστε,


ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ Ο ΤΡΑΧΗΛΟΣ ΖΥΓΟ ΔΕΝ ΥΠΟΦΕΡΕΙ

Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΛΟΥΚΑΣ



Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΛΟΥΚΑΣ


Σήμερα θα σας πώ για τον φίλο μου τον Λουκά.

Μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά, αλλά εκείνος είναι λίγα χρόνια μεγαλύτερος. Παιδί από φτωχή οικογένεια, γεννήθηκε αμέσως μετά την Κατοχή, τότε που κανείς μας δεν είχε χρήματα όχι να του περισσεύουν , αλλά ούτε για να ζήσει καλά – καλά. Τότε που το πρωινό ήταν μια φέτα ψωμί, κατά προτίμηση χτεσινό, που η καλή μαμά το έβρεχε, έριχνε επάνω ζάχαρη και κανέλα, και όλα ήταν μια χαρά. Βέβαια, για ποικιλία πολλές φορές, αντί για ζάχαρη και κανέλλα υπήρχε λάδι και ρίγανη, ή πελτές ντομάτα.

Ο φίλος μου ο Λουκάς, ήταν έξυπνο παιδί και τα έπαιρνε τα γράμματα. Όμως, λόγω των καταστάσεων και της γενικής αφραγκίας, το μόνο που έκανε ήταν να βγάλει τρείς τάξεις στο Γυμνάσιο, και μετά να στρωθεί στη δουλειά.

Δούλευε σαν είλωτας για αρκετά χρόνια, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά και πάντα σκεφτόταν για το ‘’κάτι παραπάνω’’ που όλοι θέλουμε. Στο σπίτι έμενε με ενοίκιο, αυτοκίνητο δεν είχε, και για διασκέδαση είχε ένα ραδιόφωνο ‘’GRUNDING’’, ξέρετε τώρα, εκείνο με το πράσινο μάτι. Με αιματηρές οικονομίες κατάφερε και αγόρασε ένα μηχανάκι ‘’ZUNDAPP’’ για να πηγαίνει στη δουλειά. Μία φορά την εβδομάδα πήγαινε στον συνοικιακό κινηματογράφο, για να απολαύσει τα αριστουργήματα της παγκοσμίου παραγωγής και να ονειρευτεί. Και έτσι ο καιρός περνούσε.

Κάποια στιγμή, ένας φίλος του, του είπε ότι μπορεί να καλυτερεύσει την ζωή του, παίρνοντας ένα δάνειο από την Τράπεζα, και να το ξεπληρώνει λίγο – λίγο. Το σκέφτηκε από τη μια, το σκέφτηκε από την άλλη, και έκανε το ‘’μεγάλο βήμα’’. Άνοιξε ένα μαγαζάκι στην γειτονιά. Σίγουρα, βελτίωσε την ζωή του, και μπορούσε στην αρχή να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του. Είπαμε, ήταν δουλευταράς.

Τα χρόνια όμως περνούσανε, και βγήκαν καινούρια δελεαστικά πράγματα. Δάνεια για διάφορους λόγους, πιστωτικές κάρτες κτλ κτλ. Ένας καινούριος φίλος του, διαβασμένος, με πτυχίο Πανεπιστημίου, Ανδρέας αν θυμάμαι καλά, (όχι εγώ ) στον οποίο είχε εμπιστοσύνη, τον παρότρυνε να επεκτείνει το μαγαζάκι του, παίρνοντας δάνειο, για να εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά του. Τον πίστεψε ο Λουκάς, παίρνει ένα δάνειο για τη δουλειά, του καλάρεσε, παίρνει άλλο δάνειο για να αγοράσει σπίτι, άντε ακόμη ένα για αυτοκίνητο, και για να μην τα πολυλογούμε, ο Λουκάς άρχισε να κτίζει πύργο χωρίς θεμέλια και ‘’μεγάλωσε’’ δυσανάλογα με τις δυνατότητές του.

Τα χρήματα που έβγαζε, άρχισαν να μην φτάνουν. Ο Λουκάς έπρεπε πλέον να πληρώνει οικιακή βοηθό, μάγειρα, παιδαγωγό για τα παιδιά, σωφέρ, κηπουρό, υπαλλήλους και άρχισε να ‘’ χάνει την μπάλλα ’’. Πάει λοιπόν στον φίλο του τον Ανδρέα (όχι εμένα ) και του ζητάει την συμβουλή και βοήθειά του. Εκείνος , με πλατύ χαμόγελο, του λέει «Μην στεναχωριέσαι φίλε μου Λουκά, εγώ είμαι εδώ για σένα. Θα σε βοηθήσω να πάρεις ένα μεγαλύτερο δάνειο, για να μπορείς να κινηθείς και να ζείς όπως έμαθες πλέον να ζείς αξιοπρεπώς, και μην φοβάσαι τίποτα».

Ο Λουκάς, που είχε καλομάθει πλέον, ακολούθησε την συμβουλή και πήρε και άλλο δάνειο, μεγαλύτερο τώρα. Αμέσως, όλα έστρωσαν. Με το καινούριο δάνειο, μπορούσε να ζεί και να πληρώνει και τους τόκους των προηγουμένων δανείων που πήρε.

Με όλα αυτά όμως , ο φίλος μου ο Λουκάς, ενώ ήταν τίμιος και εργατικός, άρχισε να γίνεται τεμπέλης και κομπιναδόρος. Στο μαγαζί, δεν πατούσε πλέον το ποδαράκι του. Πόσους υπαλλήλους είχε, δεν ήξερε, γιατί έπαιρνε συνεχώς νέους, για να εξυπηρετήσει τον φίλο του τον Ανδρέα ( όχι εμένα ). Οι υπάλληλοι, έκαναν ό, τι ήθελαν, και όλα πήγαιναν κατά διαόλου. Ο Λουκάς δεν πήρε χαμπάρι για το τι γίνεται. Τώρα, έκανε καινούριο φίλο , τον Κώστα, και αυτόν διαβασμένο με πτυχία, και όλοι τον ζηλεύανε. Μαζί από το πρωί μέχρι το βράδυ. Άρχισε μαζί του να ασχολείται με το χρηματιστήριο. Τα κατάφερναν, και κέρδιζαν συνέχεια, μαζί με τον Κώστα. Κάποια στιγμή, τον ρώτησα πώς τα καταφέρνουν, και μου είπε ότι ο Κώστας είχε έναν φίλο, τον Γιάννη, επιστήμονα, που ήταν μέσα στα πράγματα και τους έδινε καλές συμβουλές. Ξαφνικά όμως , εκεί που κέρδιζε και είχε την ελπίδα να αγοράσει και ένα νησάκι για να κάνει διακοπές, ο Κώστας και ο φίλος του ο Γιάννης χαθήκαν από την ‘’πιάτσα’’.

Ο καημένος ο Λουκάς, δεν πρόλαβε να καταλάβει τίποτα, άρχισε να χάνει και έφτασε στο σημείο να πουλήσει και το πατρικό του σπίτι στο χωριό , για να παίξει μήπως πάρει πίσω τα χαμένα. Κάποτε μου έλεγε, πως το πατρικό του δεν πρόκειται ποτέ να το πουλήσει, γιατί αν όλα πάνε στραβά, θα έχει κάποιο μέρος να μείνει, να φυτέψει πατάτες, ντομάτες κτλ και να ζήσει. Πάει και αυτό. Τώρα πιά προσπαθούσε να σωθεί όπως αυτός που πνίγεται και κρατιέται απο τα μαλλιά του.

Είχε μάθει όμως, να ακούει τους φίλους του. Έτσι, έκανε καινούριο φίλο, άλλον Κώστα διαβασμένο και αυτόν, μεγάλο όνομα στην κοινωνία της πόλης μας. Μόνο που κανείς δεν ήξερε τι δουλειά έκανε. Περίμενε ότι θα τον βοηθούσε, αλλά εκείνος είχε να βοηθήσει άλλους ‘’πιο’’ φίλους του. Είδε και απόειδε ο Λουκάς, και με τις γνωριμίες που είχε κάνει ψάχνει καινούριο φίλο, και βρίσκει το Γιώργο, σπουδασμένο στο εξωτερικό.

Αμέσως, ο φίλος του ο Γιώργος, του λέει να μην στεναχωριέται και ότι όλα θα τακτοποιηθούν. Μια μέρα που τυχαία πίναμε μαζί και οι τρείς καφέ, του είπε επιλέξει. « Μην στεναχωριέσαι, Λουκά, χρήματα υπάρχουν για να τα φέρουμε βόλτα.» Ο Λουκάς, πήρε τα επάνω του και αναθάρρησε. Του είπε ο φίλος του ο Γιώργος, να του κάνει ένα γενικό εν λευκώ πληρεξούσιο, για να μπορέσει να τον σώσει από την χρεωκοπία. Ο Λουκάς, με ελπίδα, του το έδωσε.

Πέρασαν πέντε μέρες, και ειδοποιούν τον Λουκά να περάσει από μία Τράπεζα, με την οποία δεν είχε πάρε – δώσε, για μια υπόθεσή του. Μου το λέει ο Λουκάς, και μου ζητάει να πάω μαζί του. Από ενδιαφέρον, αλλά και περιέργεια, την άλλη μέρα το πρωί πάμε στην Τράπεζα, που ούτε εγώ την ήξερα. Ήταν κάτι σαν μερικές τράπεζες μαζεμένες, ονομαζόταν ‘’ΔΙΕΘΝΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ’’ (ΔΝΤ) ή κάτι τέτοιο. Μας υποδέχονται με τιμές, μας βάζουν σε ένα γραφείο που μόνο στον κινηματογράφο έχω δεί, και έρχονται τρείς τύποι καλοντυμένοι, καλοξυρισμένοι, με τους δερμάτινους χαρτοφύλακές τους για να συζητήσουμε το θέμα του Λουκά.

Με το που ξεκινήσαμε, ο ένας ‘’έκοβε’’, ο άλλος ‘’έραβε’’ που λέμε. Το θέμα του Λουκά ήταν, πως ο φίλος του ο Γιώργος, για να τον σώσει από την χρεωκοπία, με το πληρεξούσιο που του έκανε, συμφώνησε με αυτή τη μυστήρια τράπεζα, να μεταφερθούν όλα τα χρέη του Λουκά σε αυτήν, και να τον ‘’ξελασπώσει ‘’ εκείνη. Στην αρχή, ο Λουκάς ανάσανε. Βέβαια, καλύτερα να έχεις να κάνεις με έναν, παρά με πολλούς. Αλλα και να ήθελε, δεν μπορούσε να αρνηθεί, γιατί υπήρχε και αυτό το ρημάδι το πληρεξούσιο. Όταν φεύγαμε, μετά τους καφέδες και τις ρεβεράντζες, μας έδωσαν και ένα βιβλιαράκι με 50 περίπου σελίδες, για να το διαβάσει ο Λουκάς και να δεί τις λεπτομέρειες για την εξυπηρέτηση που του έκαναν. Εγώ, είχα δουλειά ,άφησα τον Λουκά στο σπίτι του και έφυγα.

Την άλλη μέρα το πρωί, πριν κάν πιώ τον καφέ μου, χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν ο Λουκάς, αλλα από την ταραχή του, τρόμαξα να τον αναγνωρίσω. Οι πρώτες λέξεις του ήταν

’Αμάν, χάθηκα, τι θα κάνω τώρα ?’’.

Κλαίγοντας σχεδόν, μου ζήτησε να πάω στο σπίτι του για να τον συμβουλέψω. Αν και δεν είχα τρόπο να τον βοηθήσω, αφού δεν ήξερα ακριβώς τι συνέβαινε, σε πέντε λεπτά ήμουν εκεί. Έκπληκτος, είδα να γίνεται κλάμα και οδυρμός, από τον ίδιο, την γυναίκα του και τα παιδιά τους.

’Τι τρέχει, ρε Λουκά ?’’ τον ρωτάω.

Μου δείχνει το βιβλιαράκι που μας είχαν δώσει, και μου λέει

‘’ Ο Γιώργος με κατέστρεψε. Τι θα κάνω τώρα ???’’.

Επειδή ήξερα λίγο περισσότερα γράμματα, του είπα να μου δώσει το βιβλιαράκι, να το μελετήσω, να δούμε τι γίνεται, και τι μπορούμε να κάνουμε μετά. Με άκουσε, μου το έδωσε και έφυγα. Επειδή ο Λουκάς ήταν φίλος μου, άφησα κάποιες δουλειές που είχα, και κάθησα να το μελετήσω. Μετά από τεσσερεις ώρες, πέντε καφέδες και ένα πακετο τσιγάρα, έβγαλα τα συμπεράσματά μου και έκλαψα για τον Λουκά. Πήρα τις σημειώσεις που έκανα, και πήγα σπίτι του, που με περίμενε. ‘’Κάτσε να τα πούμε ‘’ του λέω. ‘’Εδώ, υπάρχουν καλά και κακά πράγματα’’. Ο Λουκάς, κρεμόταν από τα χείλη μου. Κάθομαι λοιπόν και του εξηγώ τι κατάλαβα, από όσα διάβασα. Του λέω λοιπόν τα εξής.

‘’Το καλό είναι ότι θα σου δώσουν από την τράπεζα χρήματα, για τις υποχρεώσεις σου. Θα σου τα δώσουν, σε τρείς δόσεις, εάν κάνεις ό τι σου λένε.

Για να πάρεις τα πρώτα, να πληρώσεις τους υπαλλήλους σου, το ΙΚΑ, το ΦΠΑ και τους τόκους, θα σου δώσουν 1.000.000, με την προϋπόθεση ότι θα τους πληρώσεις και θα τους απολύσεις. Θα κρατήσεις μόνο δύο, με το μισό μισθό, και αν τους αρέσει.

Από αυτά τα χρήματα, θα σου κρατήσουν 300.000 για δόσεις των υποχρεώσεων που έχεις ήδη με τα δάνεια που πήρες. Ακόμη, ξέχνα τον κηπουρό και το υπηρετικό προσωπικό, πάνε και αυτοί. Γυρνάς στο μαγαζί και δουλεύεις μόνος σου, όπως όταν ξεκίνησες. Τα τρία υποκαταστήματα που έχεις, τα κλείνεις. Το αυτοκίνητο δεν θα το κινείς, γιατί πρέπει να κάνεις οικονομία. Θα πηγαίνεις με τα πόδια, γιατί το περπάτημα κάνει καλό στην υγεία, εκτός άμα υπάρχει ακόμα το ‘’ ZUNTAPP’’ που είχες. Από σήμερα, τέρμα οι βόλτες, το τσιγάρο, οι καφέδες (μόνο ελληνικό, δυό φορές την βδομάδα, και αυτόν στο σπίτι), τα αναψυκτικά και ποτά, τέρμα οι πιστωτικές κάρτες, τέρμα τα ψώνια της κυρα-Μαίρης (η γυναίκα του) στα μαγαζιά. Τα παιδιά θα φορούν τα ίδια ρούχα, και όταν δεν κάνουν πλέον στο μεγάλο, θα τα φοράει το μικρό. Δεν έχει σημασία που το μεγάλο είναι κορίτσι και το μικρό είναι αγόρι, θα συνηθίσει. Τέρμα τα ιδιωτικά σχολεία, θα πηγαίνουν στο σχολείο της γειτονιάς. Και πρόσεξε, έχουν βάλει πέντε ανθρώπους να σε παρακολουθούν, για να δούν εάν συμμορφώνεσαι με τις εντολές τους.

Μετά από τρείς μήνες , θα έρθουν στο σπίτι σου τρείς από την τράπεζα, για να ελέγξουν εάν κάνεις ό τι σου είπανε, να επιθεωρήσουν και εάν μείνουν ικανοποιημένοι, θα σου δώσουν την δεύτερη δόση, δηλαδή ακόμη 700.000. Όταν πάρεις και αυτά, θα πρέπει να κάνεις λίγη οικονομία ακόμα. Τέρμα τα φρούτα, η σαλάτα και το τυρί στο τραπέζι, μόνο κάθε Κυριακή. Κρέας, μία φορά την εβδομάδα, αλλα μπορείς να διαλέξεις ποια μέρα θέλεις εσύ. Και πρόσεξε, για τους τέσσερείς σας, μπορείς να πάρεις μέχρι 1,5 κιλό. Βέβαια, εάν η σαλάτα σου είναι απαραίτητη, μπορείς να στείλεις την κυρα-Μαίρη και τα παιδιά, για να μαζέψουν ραδίκια, που είναι και υγιεινά. Ψωμί, θα αγοράζεις για τρείς μέρες, έτσι θα κάνεις οικονομία, γιατί όταν είναι μπαγιάτικο, θα τρώτε λίγο. Βέβαια, από τις 700.000 ξέχασα να σου πώ, πως θα κρατήσουν τις 692.000 για τους τόκους που χρωστάς. Και πρόσεξε, οι πέντε που σε παρακολουθούν, θα υπάρχουν και θα βλέπουν.

Μετά από έξη μήνες, οι τρείς που είχαν έρθει, θα ξαναέρθουν, για να δούν πώς πας. Πρόσεξε καλά, να μην δούν τίποτα καινούριο στο σπίτι σου, γιατί ‘’την έβαψες’’. Έχουν πάρει φωτογραφίες και βίντεο από την πρώτη φορά και ξέρουν καλά. Θα σε ξαναεπιθεωρήσουν λοιπόν, και εάν μείνουν ευχαριστημένοι, θα σου δώσουν και την τρίτη δόση που συμφωνήσατε, που θα είναι 200.000. Βέβαια, λογικό είναι, για να μην χάσουν τα λεφτά τους οι άνθρωποι επειδή σε βοηθούν, να κρατήσουν τις 195.000 για τα χρέη σου. Όταν πάρεις και αυτά τα λεφτά, δεν θα αλλάξεις καμμία από τις καινούριες συνήθειές σου, αλλα θα πουλήσεις το εξοχικό και το σπίτι, για να μπορέσεις να πληρώσεις κάτι ψιλά που έμειναν. Μην στεναχωριέσαι όμως, είναι τόσο καλοί που θα τα αγοράσουν οι ίδιοι, για να σε βοηθήσουν. Έχε και το νού σου, και μην λές και πολλά στο τηλέφωνο, γιατί αν τους στεναχωρήσεις, θα σου κόψουν την βοήθεια.

Ά, και κάτι ακόμη. Εάν έρθει και σου πεί κανείς ότι σου δίνει όλα όσα χρειάζεσαι, χωρίς τόκους και δεσμεύσεις, δεν μπορείς να τα πάρεις. Παίρνεις μόνο από την τράπεζα.

Μετά από άλλους έξη μήνες…’’

Εδώ με διακόπτει ο Λουκάς και μου λέει

‘’Άσε, Ανδρέα, κατάλαβα. Το θέμα είναι ότι μετά από αυτούς τους έξη μήνες που μου λές, εμείς θα έχουμε πεθάνει από την πείνα και δεν μας ενδιαφέρει τι θα γίνει. Έ,ρε πόσο λαμάκας ήμουν που πίστευα αυτούς που νόμιζα φίλους μου…Και να σκεφτείς, ότι πρίν από λίγο καιρό, ένας ξεχασμένος μπάρμπας μου που είναι στη Νέα Ζηλανδία, μου είπε πως εάν μπορώ να φιλοξενήσω τα παιδιά του στο εξοχικό μου, θα μου έδινε 200.000 το μήνα, αλλα ρώτησα τον Γιώργο και μου είπε να μην το κάνω, γιατί μετά από 132 χρόνια τα παιδιά του μπάρμπα μου θα ζητούσαν το σπίτι για δικό τους.’’

Εγώ αυτό δεν το ήξερα, γιατί ο Λουκάς ήταν μεν φίλος , αλλα δεν μου τα έλεγε και όλα, αφού είχε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους άλλους φίλους του, τον Ανδρέα ( όχι εμένα )τον Κώστα, τον άλλο Κώστα και τον Γιώργο που ήξεραν καλύτερα. Και συνέχισε ο Λουκάς

‘’Άχ ρε φίλε μου, θυμάσαι το ξερό ψωμί με την ζάχαρη και την κανέλα που τρώγαμε πιτσιρίκια ? Μακάρι να μπορούσαμε να γυρίσουμε εκεί…..’’

Δεν είχα παρά να συμφωνήσω. Πέρασαν μερικές μέρες χωρίς να έχω νέα του Λουκά. Μια μέρα, βλέπω στο δρόμο ένα κοινό μας φίλο, και των ρωτάω, τι γίνεται ο Λουκάς.

’Δεν τα έμαθες ?’’ μου λέει.’’ Ο Λουκάς έφυγε, εξαφανίστηκε, κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται. Πήρε την οικογένειά του, και έφυγε’’.

Πέρασαν κάποια χρόνια, χωρίς να έχω νέα από τον Λουκά. Στο σπίτι του, τώρα έμενε ένας από τους τρείς που τον επιθεωρούσαν όταν ήταν εδώ. Το μαγαζί, έκλεισε και αυτό και τώρα ήταν υποκατάστημα της τράπεζας που βοήθησε τον Λουκά. Όσο για το εξοχικό, είχε γίνει ξενώνας για φιλοξενία πελατών της τράπεζας από το εξωτερικό.

Μία μέρα πάλι, εκεί που έπινα τον καφέ μου στο καφενείο της παλιάς μας γειτονιάς, βλέπω να έρχεται ο Πέτρος, άλλος κοινός φίλος, που έγινε ναυτικός. Τον κάλεσα να μου κάνει παρέα, για να θυμηθούμε και τα παλιά. Τότε μου είπε, ότι σε ένα από τα τελευταία του ταξίδια, είχε συναντήσει τον Λουκά στο Μαρακάϊμπο, να δουλεύει σε ένα μπάρ στο λιμάνι. Με κλάματα του είχε διηγηθεί την ιστορία του, καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που εμπιστεύτηκε κάποιους φίλους για να τον βοηθήσουν οικονομικά και το παράπονό του ήταν ότι θα πέθαινε στα ξένα, γιατί ήταν αδύνατο να γυρίσει στην πατρίδα. Σηκωθήκαμε και φύγαμε.

Γυρνώντας στο σπίτι μου, κουνούσα το κεφάλι μου και μονολογούσα.

’Καημένε Λουκά…. Ήσουν τίμιος, εργατικός, κατάφερες πολλά στη ζωή σου, όμως θέλησες το κάτι παραπάνω, χωρίς υπομονή , χωρίς προσπάθεια. Και τι κατάφερες ? Πίστεψες ότι θα σε βοηθήσουν κάποιοι που σου έκαναν τους φίλους, που δεν είχαν ιδέα πώς βγαίνουν τίμια τα λεφτά, φρόντισαν την πάρτη τους και εσύ έμεινες στον άσσο. Καημένε Λουκά….’’

ΠΡΟΣΟΧΗ

Κάθε συνωνυμία και ομοιότητα με ευρύτερες καταστάσεις, με άτομα και συνθήκες είναι εντελώς τυχαία και συμπτωματική. Για να μην μπερδευόμαστε δηλαδή.

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

ΕΝΣΤΟΛΟΙ ΚΑΙ ΑΣΤΟΛΟΙ


.....Και εκεί που πήγαινα στην Νέα Εγνατία, καβάλα στον Ροσινάντη, με σταματάει ο Σάντσο Πάντσα και μου δίνει κάτι που έμοιαζε με εφημερίδα. Με την πρώτη λέξη που διάβασα, φρίκαρα για τα καλά. Αισθάνθηκα την πίεση να ανεβαίνει κατακόρυφα, και αμέσως έβγαλα από το δισάκι μου μια χουφτα LACITENS και άλλη μία OLARTAN, και ευτυχώς υπήρχε λίγο νερό στο παγούρι για να τα κατεβάσω, γιατί σάλιο πλέον δεν έμεινε, είτε γιατί μου το πήρανε, είτε γιατί τέλειωσε από το φτύσιμο. Ποια λέξη διάβασα ? Την λέξη ΕΝΣΤΟΛΟΙ.

.....Μετά από λίγο, και αφού η πίεση ήρθε στο κανονικό της, κάθησα και σκέφτηκα.

.....‘’Α, ωραία, υπάρχουν οι ΕΝΣΤΟΛΟΙ, αρα θα υπάρχουν και οι ΑΣΤΟΛΟΙ (ΑΣΥΣΤΟΛΟΙ είναι βέβαιο ότι υπάρχουν, στα υψηλά της Πλατείας Συντάγματος ).

.....Ποιοι λοιπόν είναι οι ΕΝΣΤΟΛΟΙ ? Μα φυσικά, αυτοι που φορούν στολή. Δηλαδή, (και χωρίς παρεξήγηση γιατί δεν θέλω να υποτιμήσω καμμία κατηγορία εργαζομένων, αρκεί να δουλεύουν τίμια), ΕΝΣΤΟΛΟΙ είναι

.....Οι λιμενοφύλακες, οι αγροφύλακες, οι θυρωροί ξενοδοχείων πολυτελείας, η δημοτική αστυνομία, οι σεκιουριτάδες, οι οδηγοί λεωφορείων αστικών συγκοινωνιών ( στην Θεσσαλονίκη φορούν στολή ), οι γκρούμ, οι …οι…οι. Ά, ξέχασα, και οι αξιωματικοί και οπλίτες των Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας. Υπάρχει περίπτωση να διαφωνήσει κανένας ???? Δεν το νομίζω.

.....Με την ίδια ακαταμάχητη λογική, μπορώ να ορίσω ως ΑΣΤΟΛΟΥΣ όλους τους υπόλοιπους που στην δουλειά τους φορούν πολιτικά ρούχα ( εργάτες, υπάλληλοι, τεχνίτες, μεσίτες, τραπεζικοί, εφοριακοί, βουλευτές και υπουργοί ( συγγνώμη, αυτοί δεν δουλεύουν, εκτελούν ‘’λειτούργημα’’, όπως είναι η μοντέρνα έκδοση της λέξης ‘’ αρπαχτή ‘’), εδωδιμοπόλες, μικροπωλητές κτλ (πρέπει να γράψω και άλλα ?)

.....Καλά, ποιός ΛΑΜΑΚΑΣ μειωμένων πνευματικών ικανοτήτων σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει την λέξη ‘’ΕΝΣΤΟΛΟΙ’’ σε εργασιακά , οικονομικά, συνταξιοδοτικά και άλλα παρεμφερή θέματα ? Και ποιοι ηλίθιοι ευτραπελίζοντες υιοθέτησαν τον όρο και τον έκαναν καραμέλα ? Και ποιοι ανεγκέφαλοι δημοσιογράφοι τον αναπαράγουν καθημερινά ? Δεν υπάρχει περίπτωση να απαντήσει κανείς , γιατί ‘’ΕΛΛΑΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΣΟΥ ΒΑΣΙΛΕΜΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ‘’

.....Και σκέφτομαι ( αν και πρέπει να πάψω για να διατηρήσω την πνευματική μου υγεία ), τι κοινό μπορούν να έχουν όλοι αυτοί οι ΕΝΣΤΟΛΟΙ μεταξύ τους, ώστε να τους θεωρούμε μία κατηγορία και να τους αντιμετωπίζουμε με τον ίδιο τρόπο ? Μα και φυσικά υπάρχει κοινός παρονομαστής, ο ίδιος που υπάρχει και στους ΑΣΤΟΛΟΥΣ, δηλαδή στους δικαστικούς, μικροπωλητές, γεωργοκτηνοτρόφους κτλ. Με αυτή τη λογική, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω.

.....Για να σοβαρευτούμε και λιγάκι, εγώ τουλάχιστον, διαβλέπω μία αμετακίνητη πρόθεση συγκεκριμένων πολιτικών ( και όχι μόνο…) κύκλων, να υποβαθμίσουν συστηματικά ορισμένες κοινωνικές ομάδες, σε μία από τις οποίες έχω την ύψιστη τιμή να ανήκω. Στην κοινωνική ομάδα των ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΤΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ. Φτάνει πιά, ‘’αγαπητά’’ μου λιμοτάγαρα, αρκετά μέχρι τώρα. Δεν μπορείτε να ξεχάσετε, ότι κάποτε, σας έκοψαν τις λαμογιές, μέχρι που εσείς τις μετατρέψατε σε επιστήμη. Δεν φτάνει το κακό που κάνατε μέχρι τώρα στην δύσμοιρη πατρίδα μας ? Και λέτε από πάνω, ότι είσθε και ‘’εθνικά υπερήφανοι ‘’ για τα κατορθώματά σας. Χτυπάτε και ρημάζετε, αυτούς που δεν μπορούν να αντιδράσουν. Ως πότε όμως ? Το σκεφτήκατε ποτέ ? Μάλλον το σκεφτήκατε, γιατί η Ελβετία έχει πολύ καλές Τράπεζες και εσείς, είστε οι καλύτεροι πελάτες μετά από κάποιους Κολομβιανούς. Αυτό όμως που δεν σκεφτήκατε, είναι το ‘’από πού θα φύγετε’’, όπως φωνάζουν στο γήπεδο.

.....Είναι γνωστό το ότι τα λαί΄κά τραγούδια, κυρίως τα παληά, είχαν μέσα τους μία απαράμιλλη σοφία, και αυτό το ξέρετε καλά. Για αυτό το λόγο και πιστέψατε ότι ‘’οι μάγκες δεν υπάρχουν πιά, τους πάτησε το τραίνο ’’. Πιθανόν, να έχετε δίκηο.

.....Και ενώ σκεφτόμουν όλα αυτά, χωρίς να το καταλάβω, έφτασα στο ‘’ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ’’ όπου μένω. Έδωσα τον Ροσινάντη στον Σάντσο, που πολύ τον κούρασα σήμερα, και πήγα να κοιμηθώ, μήπως και ονειρευτώ μια καινούρια Ελλάδα, χωρίς μίζες ( τις νόμιμες βεβαίως, βεβαίως ), χωρίς λαμόγια, μια Ελλάδα όπως στα παραμύθια. Γιαυτό άλλωστε και είμαι ο Δόν Κιχώτης. Η Δουλτσινέα, μπορεί να περιμένει.